Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Πεθυμιά Ανάρμοστη

ο βράχος στην παλίρροια υποταγμένα ανασαίνει
τι κι αν αποτυπώματα της σάρκας μου
πικρό ίσκιο πρόσφεραν σε πεθυμιά ανάρμοστη
ανάσα που άστραψε αφάνισε το λόγο μου
χώμα παντού κι ας μην έχει ίχνος γης
οσφραίνομαι το θάνατο

σε μια ρυτίδα ουρανού έκρυψα τη θάλασσα
ο έξω κόσμος μάνιασε μέσα στο δάκρυ μου
μην ακονίζεις στη φλέβα μου σπαθί που με ξεσκίζει
σέρνονται οι σάρκες μου σε νιο φεγγάρι να κρυφτούν
οστά ξερνούν φωτιά τα νεύρα γίναν έλασμα
και τη λαλιά μου  πνίγουν

αδέξια αναστάτωση πώς θα σε κατακτήσω
δε θα σ αγγίξω άλλο  στη όχθη άγνωστης ζωής
στη βεβαιότητα μιας λήθης
θα αναπλάσω ανεξάντλητη πληρότητα
μιας νέας ελπίδας που με πάθος κι ορμή
πασχίζει να γεννηθεί σε άνομα ποτάμια να ριχτεί

στερημένα δευτερόλεπτα  ολίσθησαν σε βροχή
τόσο γυρεύανε ζωή για να αντέχει η μνήμη
με την οσμή  σκουριάς από πλυμένο αίμα
εκεί πίσω απ τα παλιά λατομεία που σπάζανε
τους αποχωρισμούς βάθαινε ο χρόνος
έφυγα δεν άντεξα το βάρος της θλίψης μου
άσε με πάνω στ' άχρηστα  μήπως και γιάνω
τ αποδεκατισμένα χέρια μου.

4/2/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου