Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Με Μια Πεθυμιά

...Όλα είναι τόσο πληθωρικά άδεια.
Μέστωσα αλήθεια, με την πεθυμιά της νίκης,
στη μάχη της θέλησης, να φωνάξω παρών... 

Μικρή Θάλασσα

πώς φυλακίζεις μιαν ανάσα
που ροβολώντας  ποθεί να σμίξει
μ' αγριεμένο ωκεανό
απ τις χορδές μου
ήχος πεντάστερος γίνηκε βέλος
μ αυτό αρματώνω
ενός  χειμώνα πικρό  σκοτάδι
πριχού στον ουρανό σου θανατωθώ

κρατάς στα χέρια σου
μικρού θεού το δάκρυ
δαίμονες σε σημάδεψαν μ επτά φωτιές
σαν κολασμένος μ αυτά τα όπλα σου
σ άνομους δρόμους ν' αναζητάς
τη μια λύτρωση ,μετά την άλλη
γιατί δεν ήξερες πως να χωρίζεις
νερό κι αρμύρα από  θάλασσα μικρή

στάθηκε το βλέμμα μου πάνωθέ σου
χάδι που ράγισες μέσα σε ψεύδη
κι ούτε λογάριασες
πως ματωμένα δευτερόλεπτα
με κοινωνούν ζωή

27 / 12 / 13

Της Πέτρας και του Έρωτα

Γίγνεσθαι εκ του μηδενός η ανάσα .
Άλλως γενέσθαι η ζωή.
Είναι μήνας Εκατομβέας
και τα φτερά του Έρωτα λάμπουν.
Τυλιγμένοι σε φως και γλαυκό,
ρέουμε στο στήθος  τ' ουρανού

Ο ΄Ερωτας αόρατος
στεφανώνει με υακίνθους
το ακύμαντο στίγμα του νόστου
Πυρακτωμένοι λογχεύουμε το όνειρο
λάφυρο χαμόγελο στο στέρνο της γης
ο θάνατος δε λογχεύει
ουδέ στέκει κοντά

Γεννιέται στη ράχη των ονείρων
θεριεύει την αυγή
και μετουσιώνεται σε ζώσα παράσταση
στο κοίλωμα της ανοικτής μου παλάμης

Δρολάπι με μαστίγωσε
και ω! η φλόγα με αφανίζει
τούτη η φλόγα που απάτριδη περιφέρω
και μου κατατρώγει τα σπλάχνα
ο θάνατος έκφυλος πια
περιφέρεται εντός μου

Αναζητώ τα μυστικά των παιγχνίων
δεν κατέχω τον κώδικα
οι ασπάλαθοι κεντούν το κορμί μου
ο πόνος εξαντλητικός
το αίμα μου ρέει άφθονο....

(απόσπασμα
από το βιβλίο μου
Της Πέτρας και του Έρωτα )

Ντύθηκα Την Ανάσα Σου

ατέλειωτες λεύγες κόλασης
και πάγωσα σε μια κραυγή σιωπής
ντύθηκα την ανάσα σου
για νά 'ρθω ως εδώ...

12 - 2013

Τάδε Έφη Σωκράτης....

Ο κακολόγος σκοτώνει την τιμή του ανθρώπου,
ενώ ο φονιάς τη ζωή.
Αλλά επειδή η τιμή είναι ανώτερη απ τη ζωή,
η κακολογία είναι χειρότερη απ το φόνο,
γιατί ο φονιάς σκοτώνει με το βέλος
και με μεγάλο κίνδυνο της ζωής του
μονάχα τους ζωντανούς,
ενώ ο κακολόγος,
μ ένα του λόγο και με μεγάλη ασφάλεια
σκοτώνει και ζωντανούς και πεθαμένους....
τάδε έφη Σωκράτης....

Λέξη Στη Λέξη ...

λίγο με έθρεψες εκείνη την νύκτα
έσπαζες τα φιλιά ένα- ένα
την ώρα που κατεδάφιζες το χρόνο
πίσω από πέτρινα βλέφαρα

μεσούρανα ξέφτι από σύννεφο
στάζει αίμα με έναν ήχο βροχής
από ναυαγισμένες λέξεις που πνίγονται
στις ρωγμές της ψυχής

ντύθηκε το χαμόγελο με καταχνιά
και ήλθε μια ευθύνη και με ξύπνησε
στο ελάχιστο στάθηκα και δεν τρόμαξα
να ! σε  λόγο  ταλαντεύτηκα

εκείνη την νύκτα ως το πρωί σε σταύρωνα
λέξη στη λέξη σε στέριωνα στη χαίτη του νερού
σαν ήλθε η αυγή
γενναιόδωρα στις φούχτες  σου κύλησα
κι απόλαυσα  μυρωδιά από αμόλυντο βυθό.

12/1/ 2014

Ματωμένα Δευτερόλεπτα

δεν θέλησα να μπαίνεις λεύτερα μέσα μου
έτσι που αναρριχήθηκες σε κείνη τη μικρή
δολοφονημένη σταλαγματιά βροχής
φορούσες
μαυροντυμένες λέξεις πλασμένες
μία - μία από ιδρωμένους γλιτωμούς

συ που δε χάρηκες του έρωτα το πάθος
να ξεδιψάζει και να λούζεται
μ' ένα κομμάτι ουρανό
πάνω σ' εκείνα τα μεγάλα
ματωμένα δευτερόλεπτα
έτρεχες πίσω  απ το χαμένο τίποτα
να  χωρέσεις μέσα σου
κάθε αμελητέο
δεν έχει είσοδο ελεύθερη για σένα

άναρχα με του νερού τα χρώματα
στο έλεγα μα εσύ
δεν ήθελες τη μουσική ν ακούς
 η δροσιά γεννιέται
στις αϋπνίες των φωνηέντων
και από  μια χαραμάδα
ενός μικρού "ε" ξεχύνεται
δίχως ν αγγίξει τίποτα
ντύνει ένα συναίσθημα
μονάχα ένα κάθε φορά
τότε πια τίποτα δεν είναι όνειρο...

11/ 1 /2014

Μικρό Κουρέλι Σύμφωνο

ένα μικρο κουρέλι σύμφωνο
πασχίζει να βιώσει παράνομα
και διαψεύδεται καθώς βουλιάζει
σε εγκόσμιο δάκρυ από ήλιο πρωτόγεννο
νηφάλιες ώρες με σώζουν από  λόγια
που κρεμάστηκαν σε ριψοκίνδυνη χαρά
λυγίζει ο έρωτας στο ελάχιστο της λήθης
και το ανώφελο, λιγάκι σαν σαλέψει
δεν καταφέρνω να σμιλέψω σε φωνήεντα ζωή

κίνησε βροχή
σπασμένο φως στις φούχτες
μολογά τον αναπάντεχο  χαμό
του ήχου των φιλιών σου
που εξακολουθώ μες στα σπασμένα κάτοπτρα
να τα εξακοντίζω σε πλήρη παρακμή
τίποτα άρτιο , τίποτα.

13 -1 - 2013

...Σιωπή Ροκανίζει Συχνότητα ...

με έντυσες μ' εκείνο το ρούχο
που απ την άκρη του έσταζε
παγωμένο χαμόγελο
σπαρακτικά τα χέρια σου
την παραίτηση πάσχιζαν
αργοπορεί η συντριβή
να αφήσει λάγνο πάθος

σπάνιο,νόθο,αδιάφορο
το οδυνηρό της σύμπραξης
κι όπως βύθιζα τα χέρια μου
σε μοιρασιές και φόβους
υπολείμματα κραυγής
γκρέμιζαν το σώμα μου
σ' αέναη συμπατική  σιωπή
την ώρα που ροκάνιζε συχνότητα.

21/1/2014

Τρικυμία Σ' Ακύμαντα Νερά

κομμάτια πέτρας ύφαλα  δάγκωναν τρικυμία
ανεβαίνω στον άνεμο η σκέψη συστρέφεται
στα ρηχά την καλώ κι εκείνη βυθίζεται
εδώ δεν νύκτωσε
σε ράμφος ενός γλάρου κρεμάστηκε ένας ψίθυρος

αγνές σιωπές ξαπλώνουν στις αναδιπλώσεις των κυμάτων
τις ντύνω με μικρή δυνατότητα πολύτιμους μόχθους
την ώρα που ξεντύνομαι το δέρμα μου
για να με να κατοικήσει η σύμπτωση των ωρών

αντίκρα σε μια μικρή θάλασσα
αλλού γυμνές κι αλλού ντυμένες
μικρές πόρνες ικέτιδες τραβούν στην αγκαλιά τους
κρίσιμες ώρες κι από το ολάνοιχτο στέρνο τους
ξεχύνεται ο πρώτος θάνατος

έπεσε εκεί η νύκτα λαβωμένη  
πόσες απουσίες ωρίμασαν και χάθηκαν
μικρές διαθέσεις που διαρκώς διαφεύγουν
πώς να στεριώσει η σκέψη μονοπάτια αδιάβατα

μόνο απ τη θάλασσα μπορείς να φθάσεις
μόνο απ τη θάλασσα θα μάθεις
για εκείνο το ρυάκι που οδηγεί στην ψυχή
κι ύστερα έλα να μου πεις
πως ερωτεύτηκαν τα φεγγάρια
σαν πνίγονταν τα ποτάμια σ' ακύμαντα νερά.

19/1/2014

Κι Όμως... Έφθανε Το Φως ...

αργούσε πολύ να φανεί το φως
σ' εκείνη την απόπειρα να μεταμορφωθεί σε λέξη
πολύ προσωπική υπόθεση
δέθηκε σε παλίρροιες και ξώκειλε
σε δαγκωμένο βράχο

πώς να σου εξηγήσω την απουσία των ωρών;
σε μια παλιά ταλαιπωρία πνοής αγέρωχης
φυσάει μια λύπη άγνωστη
μέσα απ τη δύνη του νερού

ξέσχισε ο κίνδυνος τις σάρκες μου,ματώνω
κι ως έσκυψα θάλασσα να πιω είδα το πρόσωπό σου
στα χέρια κρέμονταν  ξέφτια ουρανού
η χθεσινή βροχή καθόταν πίσω απ τα βλέφαρά σου

πως ξεψυχά η πέτρα μέσα σ ολόκληρη ελπίδα
μεταμορφώνεται σε  κομμάτια σιωπής που στενάζει
στράφηκα να σου πω το θαύμα να γνωρίσεις
μα είχες χαθεί μέσα στο ολοστρόγγυλο κενό
την ώρα που έφθανε  το φως.

21/1 / 2014

Μισή Ερειπωμένη Νύκτα

άφησα τρυφερά μισή ερειπωμένη νύκτα
εκεί στη χαραμάδα μιας παύσης μουσικής
αχτιδοβολήθηκε με τη λευκή λεπτότητα
της άγουρης αυγής σαν χύθηκε
απ'
των ματιών σου τη χαρά.

ανυπεράσπιστα δάκρυα ξεπλέκουν λόγια
την ώρα που τυραννιέται ο έρωτας
λιγόστεψε ο κόσμος κι εγώ ακόμη
καρτερώ εκείνον τον αναίμακτο Αύγουστο

με κτυπά η αποδέσμευση εκεί απ την άκρια
του αέναου παρόντος που συνθλίβεται
ανάμεσα σε δυο γητεύτρες νότες μουσικές
που σύρθηκαν να συγκρατήσουν το άπειρο

22/1/2014

Αυταπάτες Ανερμήνευτες

κοιτάς ως παιδί τις ανάσες μου
σαν έσπασαν μέσα στα χέρια σου
κλαίνε οι σιωπές
κι οι λυγμοί τους κραυγάζουν
αναδύθηκε  η αναζήτηση
του μη υπαρκτού
με κοιτάζεις με τόση απορία
μα το σ αγαπώ
δεν έχει μόνο ήχους
λες κι η αγάπη έχει ανάγκη να ερμηνεύεται
εκεί σε άλλες διαδρομές
το πάθος  πνίγει
την τελευταία μας λέξη
δε θυμάμαι πότε και πως
γέμισες τη ζωή μου, είπες
δεν υπάρχει απάντηση
κι όμως
με τρομάζει από εδώ μια ελπίδα,είπα.
γέλασες σιγανά
μ εκείνο τον ήχο που μοιάζει
με μικρή μουσική παύση
μα,
με όλα τ' άλλα
έχουν άρωμα
οι μικρές αυταπάτες
οι ανερμήνευτες

Νωρίς...Πολύ Ενωρίς....

νωρίς... πάρα πολύ ενωρίς
κι άφησα τη φωνή μου  να σ αγκαλιάσει
τρόμαξαν τα μικρά σου λόγια
και κρύφθηκαν σε ανάρμοστη θάλασσα
με άδραξαν τα κύματα ...τα δικά μου κύματα
τα δάκρυα σου μόλυναν τις ρίζες μου
δεν είχαν καμιά αλήθεια
πόση σκοτεινιά χώρεσες σ αυτά τα μάτια
μάτια που άδειαζαν θυμό και σκόνη
κι ήλθε βροχή ...  κρύα βροχή
αλλά εγώ ποτέ δε δείλιασα στα ταξίδια
άγγιξα με τ ακροδάκτυλα τα χείλη σου
να σε γευθώ θέλησα
μα όπως σε έλουζε η βροχή
δεν είχες πια αρμύρα
και τότε ω! ναι τότε τρόμαξα

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Μέρες Ατέλειωτες

ταξιδεψα σε σπασμένο φτερό του νερού
μέρες ατέλειωτες  με θραύσματα ήλιου
να εισχωρούν στη φλέβα μου
αιμοραγούν δυο λέξεις γαντζωμένες
στον πυρετό μιας ανάσας

αποδήμησαν  λόγια απαρηγόρητα
με ακόνισαν αισθήματα, να ενδυθώ το διόλου
αλλοιωμένη η σκιά πρόγευση παίρνει του θανάτου
εσύ δε φαίνεσαι , κι η άμυνα  αρμύρα ποτισμένη
έχει τη γεύση παλιάς σκουριάς

όσο με καταδιώκουν οι θύμησες
στην βαθιά νύκτα αρνούμαι να σιωπαίνω
ανοίγω τα παράθυρα μήπως κι ενδώσει ο έρωτας
αλλά έχει  πείρα στα ανώφελα ,σε λέξεις που πονάνε
και ήλθε μια ακυβέρνητη βροχή

δεν άφησα τις λέξεις να σου πουν κείνο το μυστικό
πλασμένες  μια-μια από ματωβαμένο σεισμό
καθώς  τις αράδιαζαν με τόση δόνηση
τα βουτηγμένα στο αίμα ξεσχισμένα δάκτυλά μου
πάνω στο στέρνο  αμεταχείριστου  ουρανού .
18/1/2014

Ήχοι Δακρύων

πώς να ξεφύγεις από την ανάγκη
το τίποτα ασέλγησε στην όχθη μιας λέξης
η σκέψη κατρακύλησε σε θραύσματα κατόπτρου
ενώσαμε μια καλημέρα σαν έσταζε ο έρωτας

διασπείρεσαι στις ρίζες μου  γιατί σε απείλησε η ζωή
σε άγνωστα σώματα  ατέρμονα ταξίδια απροστάτευτα
μην  πίνεις την ανάσα μου κοινότυπα
σωριάζεται τ'αστέρι και κλέβει ενός μεσημεριού
τη γευστική αρμύρα και τ άρωμα της σάρκας που φλογίστηκε

μην καρφώνεις τον κτύπο της φλέβας μου με την αντίθεση
λεύτερα μπαινοβγαίνω στον παράδεισο μιας αίσθησης
που κάρπιζε εκείνη η αδούλωτη αφθονία
μη μετράς το πάθος με ματώνει ο έρωτας διαβαίνοντας
ανάμεσα σε δυο σταγόνες ουρανού

σκιές βασανισμένες  που έγειραν
στις άκρες απ τα χείλη σου
δεν τις υπνώτιζα τους έραψα φτερά
από ήλιο και λίγο γαλανό
τις έθρεψα να παν σε κύμα ανάγλυφο να πλύνουν την πληγή σου
πρέπει να μάθεις
να διαβαίνεις μυστικά μέσ' απ το σώμα του θεού
να κοινωνείς ατρόμητα τους ήχους απ τα δάκρυα.

20/1/2014

Ανάμεσα Σ' Ερήμους

σε μιας βοής το ξόδεμα με άφησες
μια πεινασμένη θάλασσα βρυχάται και ορμά
στην όχθη  κορμιού αθέατου  ξεσπά
ανήσυχη απεραντοσύνη ανένδοτη
πικρές σκιές σβήνουν τον ήχο σου
σκάβω στη πέτρα  βαθιά μνήμη να σμιλέψω
πάλι ανάμεσα σε δυο ερήμους χάθηκες

έρωτας που ανασαίνει Αύγουστο
κι έτσι όπως ραγίζει το τραγούδι
ταράζει τον καιρό και μεγαλώνει τ άπειρο
βαθαίνει η λαχτάρα  αγάπη  μου
μες στις ερήμους σου να μπω
ριγά η ψυχή ταράζεται δεν ημπορεί
πίσω από  σύνορα να χάνονται τα ίχνη σου

δύω σε σκόνη πέτρας , μαύρη πυκνή ομίχλη
εκείνη τη πέτρα σαν σμίλεψα τον ήχο σου μη χάσω
μου μίλησε η θάλασσα  τον ουρανό σαν ξέσκιζα
μεθώ πίνοντας δάκρυ μικρής αβύσσου
ούτε μια μέρα που νά 'χει φως δε φάνηκε
ούτε μα μέρα
κι εσύ να βασανίζεσαι ανάμεσα σε δυο ερήμους.

30/1/2014

Πεθυμιά Ανάρμοστη

ο βράχος στην παλίρροια υποταγμένα ανασαίνει
τι κι αν αποτυπώματα της σάρκας μου
πικρό ίσκιο πρόσφεραν σε πεθυμιά ανάρμοστη
ανάσα που άστραψε αφάνισε το λόγο μου
χώμα παντού κι ας μην έχει ίχνος γης
οσφραίνομαι το θάνατο

σε μια ρυτίδα ουρανού έκρυψα τη θάλασσα
ο έξω κόσμος μάνιασε μέσα στο δάκρυ μου
μην ακονίζεις στη φλέβα μου σπαθί που με ξεσκίζει
σέρνονται οι σάρκες μου σε νιο φεγγάρι να κρυφτούν
οστά ξερνούν φωτιά τα νεύρα γίναν έλασμα
και τη λαλιά μου  πνίγουν

αδέξια αναστάτωση πώς θα σε κατακτήσω
δε θα σ αγγίξω άλλο  στη όχθη άγνωστης ζωής
στη βεβαιότητα μιας λήθης
θα αναπλάσω ανεξάντλητη πληρότητα
μιας νέας ελπίδας που με πάθος κι ορμή
πασχίζει να γεννηθεί σε άνομα ποτάμια να ριχτεί

στερημένα δευτερόλεπτα  ολίσθησαν σε βροχή
τόσο γυρεύανε ζωή για να αντέχει η μνήμη
με την οσμή  σκουριάς από πλυμένο αίμα
εκεί πίσω απ τα παλιά λατομεία που σπάζανε
τους αποχωρισμούς βάθαινε ο χρόνος
έφυγα δεν άντεξα το βάρος της θλίψης μου
άσε με πάνω στ' άχρηστα  μήπως και γιάνω
τ αποδεκατισμένα χέρια μου.

4/2/2014

Διαρρήκτης Ονείρου

φούχτες θάλασσα δάμαζαν φιλιά
όστρακα που αλήτευαν ολονυκτίς
πάνω σε δάκρυα ξεσχισμένα από λυγμό, έγινες
διαρρήκτης του ονείρου με αντικλείδι ανάσα
πού πας; πώς να διαβείς  σε αποχρώσεις
που με λιωμένο στόμα απ τη φωτιά του έρωτα
λάβα σκορπούν ,στάχτη και μια ιδέα όνειρο κλεμμένο;

αιμομιξίες ασύστολες συμφώνων φωνηέντων
τίποτα δεν εγκρίνεται ,τίποτα δεν ξεχνιέται
εκεί
που με τα μάτια ακουμπάς σπάζεις τη θάλασσα
καρφώνεις χρώματα αταξίδευτα που κρύβονται
στην άκρια των δακτύλων σου πουλιά σαν ζωγραφίζουν

πήρε να αλλάζει ο καιρός κι έφερε μια σταγόνα αίμα
να διαιωνίσει το ελάχιστο του κόσμου που φεύγει
θα κοιμηθώ στις ιδρωμένες λέξεις σου όνειρο να μη δω
θα κονταροχτυπιέμαι  όσο διαρκεί, με την ανάγκη
όταν θα με κρατήσεις με την κραυγή σφιχτά
θα γυρίσω να μεταφράσουμε μαζί
την ακατέργαστη αλήθεια της αγνότητάς μας.

23/1/2014

Ψίθυρος Στεναγμού

το σώμα δε μίλησε για τ' αγγίγματα
μόνο τον στεναγμό του ψιθυρίζει
ύστερα ακουμπά τον πόνο του
στο άδικο κατεστραμμένου χρόνου

δε θα επιστρέψουν οι λέξεις
βυθίστηκαν στο δικαίωμα της φυγής
και στάθηκαν στο ξέφωτο
μιας πεινασμένης σκέψης

το κακό έπεσε απ την απάρνηση
κι όπως ξέβραζε η θάλασσα
κατάρτια χέρια άσαρκα να κρατούν καχυποψία
αίφνης χύθηκε ο βυθός με την κραυγή του τρόμου

στην υπέρβαση ναυαγισμένου αγνάντιου
σώματα ακέφαλα παρήλαυναν
επάνω στην κορυφή άναρθρων κραυγών
κι ας είχε τελειώσει η μάχη
από ποιόν πόλεμο; ρωτούσες
μα απ αυτόν που δεν τελειώνει ποτέ.

25/1/2014

Τιμωρημένες Ώρες

χέρια αγέννητα έσμιξαν κι αλυσοδένουν λόγια
θα σκάψω μ' απελπισία τις τιμωρημένες ώρες
ραγίζουν οι λέξεις μου
ξύπναγε η λύπη πάνω σε κάτι που κανείς δε γνώριζε
ταξιδεύει η ψυχή σε δίδυμο ουρανό που ηττήθηκε

ανύποπτα πουλιά  με τις καμπύλες των φτερών
χάραζαν δρόμους που γκρεμίζονταν
αέρινοι όρκοι στην αγκαλιά του επαναστάτη ανέμου
γυρεύω θάλασσα να μπω μα πίνω σύννεφο πικρό
ανάμεσα σε δυο στιγμές που στέκαν λαβωμένες

αναβλύζεις απ τα βάθη αρχαίων ηφαιστείων
σε κοιτάζω ως θαύμα που φθάνει απ τ' ανέκαθεν
ξεψύχησε κι ο τελευταίος ορίζοντας
στου στέρνου την πληγή από φως που σε σημάδεψε
πάνω σε νυκτερινές μπαλάντες άφησες μικρό μειδίαμα
με τ αγέννητα χέρια το έσπειρα στης αυγής  τη μήτρα

πάρε με μαζί σου στα μικρά νυκτερινά χρώματα
κι ας κομματιάζεται η καρδιά μες στην αντίσταση
κάθε αυγή θα πλέω
βυθισμένη στη θάλασσα της σκέψης σου
κάθε αυγή θα με ξεναγείς στις υγρές μου διαδρομές
τις αταξίδευτες.

5/2/2014

Βαρύ Φορτίο Στεναγμού

ματαιοπονούν ώρες ημίγυμνες
προσμένοντάς με στ' άδυτα της αβύσσου
αετός μου παράστεκε σ' όλες τις συνουσίες
με ουρανό αδιάφορο σ ένα βαρύ κρεββάτι
έρεε το αίμα μου γυμνή πρόκληση σε αιώνα

στην κόλαση πηγαίνω να συναντήσω το θεό
αν αγαπιώνται ήμερα οι έρωτες να μάθω
πάνω σε διάφανες σιωπές εκεί που η τρέλα
αναγνωρίζει το έγκλημα το πιο καλοστημένο

μοιραίο δοξάρι πώς κλαίει το βιολί στη φρίκη
αναγνωρίζει χνάρια βαθιά από ψυχή που ξόδεψε
σιωπηλά και τρομαγμένα ανιχνεύει ξένη ανάγκη
για όνειρο μες στο όνειρο και ψηλαφώντας το
εκείνο φωνάζει στο βιολί δε σε χρειάζομαι

αθέατο δοξάρι πια στριφογυρνά σε σύμφωνα μπλεγμένο
βαρύ φορτίο  στεναγμού μα δεν το εκδικούμαι
χάρτινες σκιές σκοντάφτουν σε λυγμό που σφάχθηκε
ακουμπώ τα χείλη πάνω του δίχως να γλείφω  το αίμα του

μη με κοιτάς σαν σέρνεται ο ήχος σου σκαλώνοντας
στα δίχτυα που ύφανες να ξεψυχά ο λόγος
διψάω για κείνη τη ζωή που με ξεσχίζει η δύναμη
μιας ηδονής που μου χαρίζει αναίτιος θάνατος
ας ματαιοπονούν οι ώρες που ξοδιάζονταν
πάνω σε συνουσίες μιας μνήμης που φωτίστηκε.

9/3/2014

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Μικρός Θυμός

Θέλω να σπάσω τον ήχο...
θέλω να σβήσω ...
αυτές τις σκληρές γραμμές της ανάμνησης...
δε θέλω άλλο να αισθάνομαι τις δικές σου διαδρομές...
πάνω στη φλογισμένη μου σάρκα...
δε θέλω σου λέω να φυλακίζεις την ανάμνηση
να συνθλίβομαι πάνω σε αγέννητους ήχους ...
είσαι φως ή νερό;
μα το νερό είναι φως κι εγώ ένα τόσο δα μικρό χάδι
με τα χείλη δε γεύομαι
μονάχα με της σάρκας μου τα ξεσχισμένα κομμάτια
τυλίγω όλου του κόσμου τα πάθη
απ' αυτά γεννώ στίγματα, ήχους  και ρότα
ο λόγος ... που δεν έγινε λόγος
και ο φόβος που που δε γέννησε πρόσωπο...
σου λέω μη με κοιτάζεις ...
ω! ναι μη με κοιτάζεις στις άδειες ώρες που αναδύομαι
με πίκρανε η αρμύρα των ματιών
με γέννησε ξανά και ξανά το ματωμένο σου φιλί
δε φυλακίζεται ο υδάτινος κύκλος που με στέγασες
μονάχα η ανάμνησή του
Ποιος είσαι;
Πώς τολμάς και μίλησες για ήχους;
δικός σου ήχος η σιωπή
δικός μου η μουσική της ...
Ω! έλα λοιπόν , δεν έμαθες, δε πέρασες, δεν είδες ;
οι φλόγες χαράζουν τις διαδρομές
οι φλόγες και τις κλείνουν...
δε χαρακώθηκες ποτέ , για να μιλάς  ανίερα
για τους φριχτούς ,τους πόνους
Τόση αποκοτιά ; τα πέπλα δε φυλακίζουν ήλιο,
που έχω στα σωθικά μου...
κι ούτε που τόλμησε ποτέ ...
τ' Αυγούστου ο ήλιος να με τυφλώσει..
και γιατί θαρρείς πως είσαι ήλιος άνοιξης
και θες να με τρομάξεις; χα!
μα τι μου λες καλέ μου; το σκέφθηκες; το νοιώθεις;
μη ξεσαρκίζεσαι πολύ ενωρίς
δε ξέρεις τέτοιο υφάδι.
δεν ψάχνω που θα κατοικώ..
απ' τ' άπειρα σύμπαντα έρχομαι
κι εκεί θα επιστρέφω κάθε που θα μου λες τ' ανίερα
μόνη και πάλι μόνη . Μ' ακούς;
κι αν δε γεννήθηκες εκεί να μη με πλησιάζεις ...

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Η Ακοή Μιας Όρασης

ιδρωμένα πρόσωπα κι αγέρας καυτός
φυσάει σάρκινους πόθους
το ατελεύτητο ψυχής αντάμωσε τις λέξεις
κινά νέα ζωή
άνυδρα λόγια συναντά  σε ματωμένη σκιά
μιας άλλης σκιάς απαγχονισμένη γνώση

ώρες εφήμερες σε πετρωτά άνυδρα χαμόγελα
χαράζουν χτίζουν λεηλατούν φονεύουν
μα δε βιάζομαι πλάθω πηλό κι ίχνος χαράζω
η όραση μιας ακοής καλά με πάει
σε αδούλωτο ουρανό γεμίζοντας παρηγοριά
τις διάτρητες φούχτες μου με νέφη σκεπάζει

στείρος κεραυνός από βροχή με διαπερνά
δίνει στην όραση ακοή κι ακούω τα βράχια
που κυλούν ανεπαισθήτως μες σε θροϊσματα νερού
πού είσαι ; σε σώματα παραδομένα πώς κατοικήσαμε;
μην αναιρέσεις ούτε ένα στεναγμό τραντάζεται το χώμα

μιαν αλήθεια φόρεσα του κινδύνου
κι αυτό το αίμα που τυπώνει την εποχή
αυτή την εποχή που έμαθε τον κόσμο να σκοτώνει
αλυσοδεμένες  αέρινες μορφές γκρεμίζονται σε ρήγματα
δεν έχει τίποτα το εγκόσμιο τούτη η κραυγή
κι ας ήταν καμωμένη για τον έρωτα.

6/2/2014

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Προσποιήθηκε ο Καιρός Ανταρσία

προσποιήθηκε ο καιρός  ανταρσία
καθυστερώντας δισταγμούς γύμνιας
σπάει φωνήεν δίχρονο και ρέει αίμα
ω! αυτό το  αμετανόητο βλέμμα που υπακούει
σε θυμό δίχως μια θύμηση αληθινή
κι εσύ
εκεί ακίνητη με τα χέρια φορτωμένα
φόνους τυλιγμένους σε σιωπές ραγισμένες
από ανέμους ακόρεστους
σε αρνήσεις φθαρμένες ...
δεν απόμεινε αντοχή σε θλιμμένη αγκαλιά
καρφώνω μνήμες σε άνυδρη  γης
κι εκείνη γερασμένα ξεψυχά να με κρατήσει άλαλη
πόσα χρόνια και δεν πλάγιασα σ' όνειρο
συναρμολόγησα όλα τα δίχρονα πάλι και πάλι...
στης μέρας τ' άπαντα με λούζει οδύνη
τις μικρές νύκτες με παίρνουν νοσταλγίες
γεμάτες αίρεση κι εκεί κάπου ανάμεσα
βυθίζω μουσικές αψεγάδιαστες μη και χαθούν
κι εσύ
να με αναζητάς μάταια στα ρηχά του κόσμου
να αναζητάς δυο μικρά χαμόγελα
ποτισμένα αποδοχή ξετυλίγοντας κάθε αφύσικο
καλοκαιρινό  μεσονύκτι ντυμένο ατελεύτητο φως
θολή σκιά πνίγει μικρές αθώες λέξεις πρωτόγεννες
προσποιήθηκε ο καιρός ανταρσία
μα εσύ λιποτάκτησες.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Νόθο Πάθος

ξεχείλισε ο λυγμός καρφώθηκε ο ήχος του
στην άκρη απ τα γυμνά σου χείλη
νόθο πάθος οδυνηρό σε σπάνια σύμπραξη με δίψα
κι όλα γίνανε μεταβλητά  αρμύρα ολόπικρη
που δεν είχες ένα ρετάλι όνειρο  να ντυθείς

ποια
φλέβα σαν εράγισε γέννησε τόση θλίψη
εντοίχισες την κάθε λέξη  καρφώνοντάς την
με φωτεινή σταγόνα απόρρητης  βροχής
σε έρημους   σκοτεινούς χειμάρρους και τρόμαξαν

 με κείνο το ξόρκι το πανάρχαιο
που ζωντανεύει όνειρα  αφόρετα
στο έλεός σου θα αφεθώ χωρίς αιδώ
στις ραγισμένες μου κλωστές θα ελαφροπερπατήσω
μέσα απ τον ήχο θα συρθείς της σμίλης σου
στο χνάρι θα σταθείς κι ανάμεσα
σε μένα και στο σώμα μου θα λυτρωθείς
καθώς εγώ θα συλλαβίζω
λίγο απ' τον δικό σου ουρανό.


26/1/2014

Μια Λήθη

ύπουλα βηματίζει ο θάνατος σε λέξεις
ξεσχισμένες  διατηρούν το σπάνιο
συσσωρεύουν απόγνωση ανάμεσα στ' ανθρώπινα
την ώρα που στάθηκες καταμεσής μιας νύκτας
πλέκοντας λήθη και θυμό
σφαδάζοντας  κρεμάστηκες
στο ράμφος της πιο ακόρεστης δίψας

δεν βλέπεις πως τ' άδυτά μου μάτωσαν πασχίζοντας
για σένα δέθηκαν με την απόσταση
πίνω τα δάκρυα  που μ'  άφησες

μα κείνα  γινήκαν πνιγμονή
δεν θά 'χω πια ανάσα
στερεύει η θάλασσά μου η μικρή
σφαλίζω με τα κάτοπτρα όλα τα ποτάμια
αυτά που σαν αλήτες ταξιδεύουν στο κορμί
λασπώνοντας  τη σκέψη μου που θε να βγει στα χείλη

πενθεί ο κόσμος μου για με, πενθώ  εγώ, για σένα
ρωγμές ασέληνου ουρανού κρατούν το όνειρό μου
διάφανο διάβα κι ούτε μια άρνηση δε με κατοίκησε
ξαγρυπνά ο έρωτας μεταγγίζοντάς μου αόρατη μουσική
ν αντέξω στο θάνατο που με κύλησες
ιχνεύοντας τον ήχο της δικής σου μουσικής.

27/1/2014

Ούτε Μια Μνήμη ...

ούτε μια μνήμη δεν αφουγκράστηκες
αλήτισσα λήθη με τη λεπίδα σχίζεις
βεβαιότητα που θέλησε να δραπετεύσει
σε μιαν απάθεια που τρέμει και γκρεμίζεται
δεν έχει ο χρόνος προσφορά
πρωτεύουσας ανάγκης βήματα  πνίγονται

τι κι αν στερέωσα τις λέξεις μου πάνω στη φυγή σου
ανάμεσα στις δυο ερήμους  αδιαπέραστα σύνορα
κι αφομοιώθηκα στο μαγικό κενό του έρωτα
αποτύπωμα της ανάγκης  να μετεμψυχώνομαι
ραγίζει ο Αύγουστος κι εγώ

να κλέβω ήχους
από πρωτόγεννες θάλασσες  γεμάτη αδεξιότητα

γυμνή η ψυχή σε ναυάγια δακρύων με ξάρτια σπασμένα
σαν την κουρσεύει ο άνεμος μονάχα με το βλέμμα
κι εκείνη ανένδοτη με ακραία λογική
απόσταγμα αγάπης φυτεύει
στους πρόποδες του πρώτου άβαφου ουρανού

στάλαξε δάκρυ αιμάτινο μέσα σε φούχτες διάτρητες
και κοινωνούσα θάνατο άγνωστων επιθυμιών
ούτε μ' ένα όνειρο δεν είχαν δύναμη
οι ήχοι να ζυγίσουν αξόδιαστους πάθους
ένας αλλόκοτος θεός δίχως έναν απόγονο
ξεπήδησε μέσα από λέξη που δάγκωσα με λύσσα
γονάτισε έπλασε κι ένωσε  παρόν με παρελθόν
κι ύστερα με ταξίδεψε σε συνοψισμένο σύμπαν.

28/1/2014

Μύθος Πρώτος

στάθηκαν ήλιοι ξαφνιασμένοι αμετακίνητοι
χάραζες πάνω μου λευκά φιλιά σαν από φίλντισι
εκθαμβωτικές σιωπές γλιστρούσαν χάνονταν
εκεί στην όχθη της απάθειας με σφαλιγμένα χείλη
γύρισε η επιθυμία στα ίχνη του γκρεμού
τόση η λαχτάρα για αγέλαστο ουρανό

ρέει λαθραία σκόνη διάφανη ναυάγιο αταξίδευτο
κλείσαμε όλα τα κενά να μη χαθεί ουδε ανάσα ερωτευμένη
έκλεβες τις αγρύπνιες μου κι ούτε που καταλάβαινες
με άγρια απαίτηση μπήκες  στον πρώτο μύθο
εξαντλημένη προσοχή και σπάει στην αγωνία
μοιάζει με εξαπάτηση το ασίγαστο καυτό φιλί

πώς γίνεται να ταλαντεύεσαι μόνο στο δικό σου κύμα
πριχού να βυθιστούμε σε κείνο το θαλάσσιο φως
πυκνό  σκοτάδι και γραπώθηκα στη βεβαιότητα
το δάκρυ σου λάβα που κουβαλά αρώματα
έπινα θάλασσα άφθαρτη ζωγραφισμένη μ' αναστάτωση
σε κρατώ στην όχθη φεγγαριού απόρθητου

χαρίσου  πέφτοντας στου έρωτα τ' όνειρο
εναρμονίζεται η καρδιά σε θεϊκό ανάλαφρο ίλιγγο
η ευεργεσία μιας σιωπής βυθίζεται σ' αμείλικτη  θάλασσα
κι αλήθεια του θεού το πρόσωπο ζωγράφισες
μεγάλη περιέργεια απόκτησε ο θάνατος
αυτός  ο έρωτας να κατακτιέται απ τη ζωή.

29/1/2014

Ανυπότακτοι Ερωτες

μ' ένα κομματάκι ανέμου λιθοβολούσες
τα ανήλικα φεγγάρια
όμως εκείνα με δάκρυ μυστικό
σεριανούσαν πάνω σε όστρακα και στενάζοντας
βούλιαζαν σε μελωδίες
ανυπότακτων ερώτων
 
κάθε βράδυ ναυαγός χρισμένος
με λέξεις εξόριστες
στο κορμί μου χαράζεις χρώμα πυκνό
θάλασσα μανιασμένη
άφησε μια χαραμάδα να μπω
μες την υποψία φλόγας λωτού
πάνω στον κίνδυνο
σπάζεις όλα τα αψεγάδιαστα αινίγματα

κι όσο και να με κούρσεψες
στην άκρη της αβύσσου
αναμάρτητη  αψεγάδιαστη αμόλυντη
φθάνω πάντα
καθ' αγιασμένη απ του έρωτα τ' απρόσμενα θανάσιμα
μα εσύ  πώς δέθηκες
σ αυτά τα καρφωμένα δευτερόλεπτα;
πώς μπόρεσες   στα μάτια σου
και φύτεψες τόσους δισταγμούς;

στους ανυπότακτους  έρωτες γύρισα
μαθαίνω να πίνω τη σκιά σου
οι μελωδίες γίνονται θραύσματα ήλιου την αυγή
στα πιο αμίλητα χείλη  κρύβω
όποια ελπίδα γκρέμισες
κι αν του θανάτου η ανάσα αδιάφορο σ αφήνει
άσε με να σ αγαπώ ...
31/1/2014

Γράφω Ίχνη... κι Άλλα Ίχνη....

μη φωνάζεις κοιμάται η έρημος
πάνω στου θριάμβου
το παγωμένο πρόσωπο
η καταχνιά  έπνιξε τα φεγγάρια
ανυπόδητα νερά σμίγουν
πάνω σε μνήμη άτολμη

άδετες από χρόνο  ψυχές
ενέδωσαν σ' ακραία λογική
φθαρμένο σύμπαν  περιμένοντας
μιας σύμπτωσης πικρό τρικύμισμα
ξαστόχησε σε πένθος  παραιτήθηκε
μέσα σε λάσπη από αίμα πασχίζει

σκοτάδια και καρφώνω έναν έναν
τους ιλίγγους απ τ' ανείπωτα σ αγαπώ
ζωγραφίζω όλες τις σιωπές
που ντύθηκαν επιφυλάξεις
με τα χρώματα που πήρα
απ τον πολύτροπο ήχο σου
έγραφα ίχνη κι άλλα ίχνη να μη χαθείς

κι αναρωτιέμαι αν υπάρχω
εκεί στα βάθη του πνιγμού μου
και πώς να χωρέσω στο ελάχιστο
μιας απόστασης  που πνίγονται δύο σύμφωνα
αποχαιρετώ όλες τις σημαδεμένες λέξεις
που βασανιστικά διαστέλλουν αυτό το σ αγαπώ.

1/2/2014

Μικρές Πλαστογραφίες

το φως με άλλοθι τη βροχή ξαγρυπνά
το νερό περνά απ τη ζωή στο θάνατο
τυραγνισμένη πορεία στη φλέβα μου
στο βαθύ του ποταμού και στα ρηχά του κόσμου
γονατίζω δεν ξέρω τα ασφαλή
δεν είναι κάτι που το παίρνεις πίσω

μικρό φωνήεν συναρμολογεί
δρόμους που δε πλάγιασαν
βουτηγμένοι σε απέραντη οδύνη
σαν χαμένες αγάπες σηκώθηκαν
και δρασκελούν την άκρη της γης

εικόνες φρίκης κι ας γύρισε ο καιρός
βρήκε σπασμένες μορφές σε κάτοπτρα
αξεδίψαστα λόγια από σπέρμα στεγνά
όλα κινούν ταξίδι ακόμα κι αυτές
οι μικρές πλαστογραφίες  δακρύων

ενέδωσε η ερήμωση
ξεψυχά κι η τελευταία αναχώρηση
σπάει την επανάπαυση συγκλονισμένη
άλλοι το λεν μεταβλητό του χρόνου
που  ενδίδει σε ζωή που αλλάζει νοήματα
αλλά οι ζωντανοί πια δεν ακούν
και τους νεκρούς δε φθάνω.
1/2/2014

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Νοσταλγία Με Θάνατο Το Θάνατο Κερνά

αμέριμνα μετρά τα ίχνη του ο κατακλυσμός
κι ο μύθος την απόσταση συνθλίβει
υπονοούμενα καρφωμένα σε μισή οδύνη
μιας συνήθειας που καταστρέφει τα ανυπόφορα
ορατοί ενταφιασμοί κοντοστάθηκαν στην ανυπαρξία

ξεντύθηκα το σώμα μου με ταπεινώσεις
αχρηστεύω κάθε φθαρτό που εκκρεμεί
στην άκρια σύμπαντος  αγέλαστου
αποστηθίζω τη ζωή με απέραντη οδύνη
έτσι που πνίγηκαν σε θάλασσα στενή
όλες οι επιθυμίες

παντού εισβάλλει ο θάνατος σε μάσκες αφόρετες
μες σε εικόνες από κλεμμένες λέξεις ταξιδεύει
απόρθητοι λογισμοί υπομένουν και σωπαίνουν
μιαν αρετή μες στην αγιοσύνη της αδημονεί
και με μια νοσταλγία πριχού ξεψυχήσει
εκείνη τη νόθα αυγή με θάνατο το θάνατο κερνάει

καρφώθηκαν αμίλητα  συγκλονισμένα
όνειρα στη φθορά του χρόνου
μιαν αστραπή ξέσχισε χέρι μικρού θεού
αγάπη μόνο έμαθα να τρέφω με το αίμα
και τι απόδειξη ζητάς
πάνω στα τελευταία ίχνη μου
ν' αφήσω;

3/1/2014

Έσπασαν Είδωλα

έσπασαν όλα τα είδωλα
παίζουν στα ζάρια τα όνειρα
ανυπότακτοι ίσκιοι γκρεμίζονται
καρφωμένη στα ξάρτια μια γραμμή ορίζοντα
τι να ξέρει κι ο θεός από ταξίδια εγκόσμια

λαβωμένα λόγια καρφώνω στα μάτια
ένα ένα τ αστέρια σε βοή απόκοσμη βυθίζονται
φεγγάρια καρφωμένα σε λέξεις στέκουν ακοίμητα
παραδίδω αυτό που έγινα κρατώ αυτό που είμαι

για πες ,τι γυρεύεις μες σε σακατεμένη  φωνή
έρχονται τα βλέπω τα αλλαγμένα μες στην ταραχή
μες στο έλεος του φόβου και της συνήθειας
περασμένου καιρού  ευκίνητου
μοιραίοι σύντροφοι ανυπόστατοι
φεύγω δε γυρίζω πίσω
στο κουρέλι μιας θλίψης ...

7/2/2014

Ατρύγητες Νύκτες

ατρύγητες νύκτες σε τεντωμένη χορδή
αντίλαλους λογισμών ντύνανε με αναφιλητά
πληγώνει το χώμα το σκοτωμένο από πληρωμή
σώματα σκεπάζουν την παγωμένη γύμνια του
πιο παγωμένα κι απ'το φιλί της νύκτας 
ξέμπαρκα κακοαντιγραμμένα  λόγια
ξανάρχονται κλιμακωτά και βασιλεύουν
κανένας δεν κοιτάζει πουθενά
πατάς στέρηση κουρελιασμένη ενωρίς 
άμοιρα χρώματα φορά
βαδίζοντας με βλέμματα απλανή
σε τσίρκο απέραντο
κι ακόμη αγανάχτηση καμμιά
πολλές αγχόνες στη βροχή ψυχές δε 'μείναν
άδεια τα σώματα απ' το γέλιο
έγινε λόγχες η βροχή ποιοι θα θρηνήσουν
το θάνατο μιας τόσο νιας μέρας
θα με ντύσει η φωτιά άλλη δύναμη
στης μοναξιάς τις αστραπές μου θα σταθώ
ανοίγω το παράθυρο με λόγια αγάπης
χτυπώ αχάρακτη νότα μυστική
σε αδιάλυτη προσδοκία
ανέγγιχτος βασιλεύω στη φρίκη
θέση δεν αφήνω ποτέ αδειανή
ο μάρτυρας θα βαδίσει ανάλαφρα
να σκορπίσει ανάμνηση γιατί δίχως ζωή
πώς θα γεννηθεί τραγούδι...

Ανάμεσα Σε Δυο Σιωπές

ανάμεσα σε δυο σιωπές ξεχύθηκε ο ουρανός
συμπληγάδες  πέρασε μια διάθεση
θεός άπιστος γυρεύοντας παραληρήματα
δεν διάβηκε καμμιάν αιωνιότητα

αμεταχείριστο όνειρο μ έφερε στο θαύμα
πασχίζω μεσ' απ' την αθωότητα
δες που συντάχθηκε η ζωή μας στο ανέλπιστο
υποστηρίζεται η φυγή από την περιπλάνηση
χαράζεις του έρωτα ανεξάντλητη μέρα

λεύτερες αναστάσιμες θάλασσες
κι η κάθε μια ξεντύνεται  με βιάση
το ρούχο των αμαρτημάτων της
ανύποπτες χαράζουν τ όνομά τους
στα σφαλιγμένα βλέφαρα του φεγγαριού

μη τραυματίζεις τη στιγμή
πάνω στης εύνοιας χάδι
πεθαίνουν τ' αγναντέματα
απ των χειλιών σου τη γιορτή
δαγκωμένα δευτερόλεπτα
σφαδάζουν σε ερώτων σπασμούς
σε μαγεμένη  πλώρη καλοκαιρινή.

13/2/2014

Κρεμάστηκαν Οι Λέξεις Μου

ρημαγμένες σιωπές  σπάζαν σχοινιά
κι όπου δε πρόλαβε να ξεψυχήσει
ώρα  αψεγάδιαστη στιλέτο εκείνη
και καρφώθηκε στην καρδιά
κρεμάστηκαν οι λέξεις μου
σ ακρωτηριασμένα δάκτυλα

ανάγλυφα λόγια κρύφθηκαν
στις χαρακιές τ αγέρα
ραγίζει δράμα πανάρχαιο
πολέμα με σπαθιά πύρινα
την αγωνία αποδεκάτισε
πριχού τα είδωλα θεριέψουν

ποιος συναλλάσεται με το χρόνο
την ώρα που αχνίζει αίμα
χλωμιάζει το σούρουπο
στην κορυφογραμμή που σέρνονται
λαβωμένα της νύκτας τραγούδια

χάθηκαν οι άνθρωποι
πίσω από κατεβασμένα βλέφαρα
μα δεν τέλειωσαν τα ταξίδια της ψυχής
και ποιος θ αποκρυπτογραφήσει
τον ανατολικό άνεμο που καραδοκεί
φορτωμένος χρώμα και μικρή πυρκαγιά

17/2/2014

Κι Ας Νόμιζα...

καρφώθηκα σε σιωπή που έσταζε νύκτα
στην όχθη της αγάπης άκουσα στεναγμό
σε πέτρα παγωμένη σμίλεψα χρόνο
έγειρα να ξεδιψάσω με το δάκρυ της γης

ριπές αγέρα σχίζουν ματώνουν παράφορα το χρόνο
ποτάμι δίχως όχθες  βασανίζει λέξεις παράφορες
ταξιδεμένες σε μεσημέρια αδούλωτα
ξεπέρασα και μετακίνησα θάνατο

μπήκα στο ακατόρθωτο ανάμεσα σε φωτιές
ερωτευμένα φεγγάρια λαβώθηκαν
σε ήχο βημάτων που κροτάλιζαν
καθώς έσβηναν ένα ένα τα σκοτάδια

συστέλλομαι σ έναν κόσμο που καταδιώκεται
στέκω και διαστέλλομαι στα μικρά απείθαρχα
σε όσα συμβαίνουν μέσα μου
δε διαψεύδομαι καθώς σ αγγίζω στο φως
κι ας νόμιζα ...
παραμένει τόσο ακριβά απλησίαστη η ζωή.