Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Μέτοικος

στεκόταν ακίνητος κάτω απ το δένδρο
που είχε πάψει μέρες τώρα να τραγουδά
η σιωπή εκκωφαντική τρυπούσε τις σάρκες
μια βροχή κουρασμένη δεν στάθηκε μπορετό
να δροσίσει πρώιμες  μνήμες δακρύων
προσπάθησε να κατανοήσει τη φωνή του
καμιά εικόνα δεν έφθανε μπρος του
η μεγαλοπρέπεια των πουλιών κρυμμένη
κάτω απ τις φτερούγες  τις σακαταμένες
μια θύελλα που μαινόταν πέρα απ τα βουνά
ούτε ψίθυρο δεν τόλμησε να στείλει
κάτω απ τα κλειστά του βλέφαρα
κοιμήθηκε μια πλάση ολόκληρη
κι ως πλάγιασε δίπλα στα όνειρα του κόσμου
τρόμαξε απ το γοερό θρήνο του θεού
που μέτοικος πια αρνήθηκε να τον κοιτάξει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου