Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

αλόγιστα ντυθήκαμε γυμνή ψυχή
φυλάκισα στην άγνοια τον εαυτό μου
να μην πονά για  ετοιμοθάνατα όνειρα
μετράς φωνήεντα αγγίζοντας θλίψη
θύελα ραγίζει όλα τα σούρουπα

σκιρτά στοργή μα
δεν προσμένω φιλί καυτό
με γεύση ακαθόριστη ο δισταγμός
μιά τρικυμία καινούρια
καμμιά τελειότητα κι
έδεσα χέρια σε έρημες θάλασσες
αρνήθηκα ταξίδια αδυσώπητα

γυρεύω ώρα  άρνηση ευαίσθητη
η πίστη περνά σε  σχήματα  φορτωμένα αυταπάτη
γυμνώνεται ο έρωτας εύπιστος ανυπότακτος
μια μουσική που ξύπνησε βουτά με διάκριση
σε θάλασσα αχρωμάτιστη
με λάμψη παντοδύναμη

δε σε γνώρισα κι όμως σε ξέρω
δε σε άγγιξα κι όμως το σχήμα σου έχω
δε σε άκουσα κι όμως στη μελωδία σου πνίγηκα
μ ερωτευμένη βροχή έδεσα τα καράβια
σ αγκυροβόλι  παρθένο ώσπου η εικόνα έσπασε
πάνω στα χαλάσματα ισορροπούσα
βάθη αμέτρητα.
άγριες δαιμόνιες φωτιές αλήτισσες
σε πόνους αμεταμόρφωτους
εισχώρησαν και φόνους πραγματώσανε
με δυό λεπίδες χόρτο πιο ισχυρές απ' τα γόρδια

τα δάκρυα χείμαρος γινήκανε ομίχλη
ούτε μια μέρα δε θα ρθεί ίσια να μας κοιτάξει
πώς να στο πω οτι έχασα τον ήχο μου
ένας τεράστιος θάνατος καρφώθηκε απο λέξη

σε βέλος μαύρο έδεσα τη φλέβα μου
χύθηκε εξω απ τη γής μονάχη η ψυχή μου
μην κλαις θα παραβγώ στον άνεμο
άφησε με θάρρος γυμνούς τάφους
δε σου ανήκουν

κατάδικος θεός λιποψυχά σε τόση δα αγάπη
βιάστηκε η θάλασσα μα ωστόσο δεν ξεψύχησε
μην κλαις
ο προδότης χρόνος
έπαψε νάναι απροσμέτρητος
αλλού είναι η λευτεριά μας.

15/2/2014
τα γυμνά σου χέρια λεπίδες αδυσώπητες
αλλόκοτα κύματα ματωβαμένα ασφυκτιούν
ραγίζει χνάρι βαθύ  κάτω από τεθλασμένο ήχο
πόσα σχήματα αντανακλούν σε μοναξιά

κι εγω να σε γυρεύω σ'ασύνδετα άυπνα σύμφωνα
τι κι αν σιωπαίναμε μπροστά σε πυρκαγιές
κι αν χαράζαμε το σούρουπο σε σοκάκια  ήλιους
καρφώνοντας τις λέξεις μας σε χρόνο βιαστικό

αβάσταχτα μαστίγωσα και πάλι ατίθασα χρώματα
πυρπόλησα τον λαύρο Αύγουστο να ανατρέψω
την ήττα που ψυχοραγούσε σε κενό συνοστισμών
αλέθω σε συμληγάδες ωροδείκτες της καρδιάς

θα σε αφήσω σε χρόνο άθικτο
και θά 'ναι καταμεσήμερο
να αιφνιδιαστείς απο θανάτους φυγάδες
εκει που θα εξαπολύουν βάρος ψυχής
που στερήθηκε βλέφαρο για να κρατήσει δάκρυ.

Στάζει Νύκτα

καρφώθηκα σε σιωπή που έσταζε νύκτα
στην όχθη της αγάπης άκουσα στεναγμό
σε πέτρα παγωμένη σμίλεψα χρόνο
έγυρα να ξεδιψάσω με το δάκρυ της γης

ριπές αγέρα σχίζουν ματώνουν παράφορα το χρόνο
ποτάμι δίχως όχθες  βασανίζει λέξεις παράφορες
ταξιδεμένες σε μεσημέρια αδούλωτα
ξεπέρασα και μετακίνησα θάνατο

μπήκα στο ακατόρθωτο ανάμεσα σε φωτιές
ερωτευμένα φεγγάρια λαβώθηκαν
σε ήχο βημάτων που κροτάλιζαν
καθώς έσβηναν ένα ένα τα σκοτάδια

συστέλλομαι σ έναν κόσμο που καταδιώκεται
στέκω και διαστέλλομαι στα μικρά απείθαρχα
σε όσα συμβαίνουν μέσα μου
δε διαψεύδομαι καθώς σ αγγίζω στο φως
κι ας νόμιζα
παραμένει τόσο ακριβά απλησίαστη η ζωή.
δε μου δίδαξαν ποτέ τη γραφή
ούτε καν να διαβάζω δεν έμαθα
πώς ακούω τους ήχους όμως;
κι αγωνίζομαι
να αρθρώσω το λόγο μου
που δεν ωριμάζει ποτέ
έμαθα μόνος
να διαβάζω τα σχήματα
και κυρίως τα χρώματα
αυτά τα ηχοχρώματα
θα είναι που δεν έμαθα
ποτέ να διαβάζω
και κανείς ποτέ
δε μου δίδαξε τη γραφή.
2013

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Μήνας Λαβωμένος

σε μιάς βοής το ξόδεμα με άφησες
μια πεινασμένη θάλασσα βρυχάται και ορμά
στην όχθη κορμιού αθέατου ξεσπά
ανήσυχη απεραντοσύνη  ανένδοτη
πυκνές σκιές σβήνουν τον ήχο σου
σκάβω στην πέτρα βαθιά μνήμη να σμιλέψω

έρωτας που ανασαίνει Αύγουστο
κι έτσι όπως ραγίζει το τραγούδι
ταράζει τον καιρό και μεγαλώνει τ' άπειρο
βαθαίνει η λαχτάρα αγάπη μου
μες στις ερήμους σου να μπω
ριγά η ψυχή ταράζεται δεν ημπορεί
πίσω από σύνορα να χάνονται τα ίχνη σου

δύω σε σκόνη πέτρας, μαύρη πυκνή ομίχλη
εκείνη την πέτρα σαν σμίλεψα τον ήχο σου μη χάσω
μου μίλησε η θάλασσα τον ουρανό σαν ξέσχιζα
μεθώ πίνοντας   δάκρυ μικρής αβύσσου
ούτε μια μέρα που νά 'χει φως δε φάνηκε
ούτε μια μέρα
κι εσυ να βασανίζεσαι ανάμεσα σε δυό ερήμους
Μήνας λαβωμένος και ώρα σε Αύγουστο

Μήνας Μεταμόρφωσης και Ώρα σε Παλίρροια

Αργούσε πολύ να φανεί το φως
σ εκείνη την απόπειρα
να μεταμορφωθεί σε λέξη
πολύ προσωπική υπόθεση
δέθηκε σε παλίρροιες και ξόκειλε
σε δαγκωμένο βράχο
πώς να σου εξηγήσω
την απουσία των ωρών;
σε παλιά ταλαιπωρία πνοής αγέρωχης
φυσάει μια λύπη άγνωστη
μέσα απ τη δύνη του νερού
ξέσχισε ο κίνδυνος τις σάρκες μου,
ματώνω
κι ως έσκυψα θάλασσα να πιω
είδα το πρόσωπό σου
στα χέρια κρέμονταν ξέφτια ουρανού
η χθεσινή βροχή
καθόταν πίσω απ τα βλέφαρά σου
πώς ξεψυχά η πέτρα
μέσα σ ολόκληρη ελπίδα
μεταμορφώνεται
σε κομμάτια σιωπής
που στενάζει
στράφηκα
να σου πω
το θαύμα να γνωρίσεις
μα είχες χαθεί
μέσα στο ολοστρόγγυλο κενό
την ώρα που έφθανε το φως .
Μήνας  μεταμόρφωσης  και ώρα σε παλίρροια