Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Σε Ρυθμό Ξέψυχο

απρόθυμο σκοτάδι  ξεψυχά δίχως σημάδι
σε διάτρητη αγκαλιά βγαλμένη από τον Άδη
ανέλπιδες ώρες τρελαίνονται σε άγγιγμα δειλό
καταράκτες τρόμου ανήλιαγου ρουφώντας υποταγή
βυθίζονται σε λησμονιά και βάπτισαν το θάνατο
μονοδιάστατη όραση  λυπημένες λεπτομέρειες
ο κίνδυνος αποχαιρέτησε το μικρό φθινόπωρο
πώς να συλλάβεις το ανεπιθύμητο σαν σε ακολουθεί
φορτωμένο  τσαλακωμένες λέξεις
κι η κάθε αφύπνιση στέκει σαν άγνωστη
ψηλαφίζοντας σώμα ελαφρύ ψυχή ματωμένη
με δισταγμούς να κοιμηθεί αβοήθητη συλλέγοντας αγωνία
δεν έχω κραυγή να ζωντανέψω λέξεις 
εγώ και μια οδύνη που βρυχάται και με κατασπαράζει
αγρίμια ανύσταχτα εκμηδενίζουμε αθέατο κόσμο άηχο
ύστερα με χαμηλωμένα βλέφαρα  ξεδιάντροπο θεό
με ευγνωμοσύνη τρυφερά ανάστησα  με την αγάπη ξέχειλη
στη ρίζα αβύσσου να πίνει αχόρταγα τις πέντε θάλασσες.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Κι ο Αγέρας Κόντρα

αστραπές κάψαν τα χείλη μου
κι ο αγέρας κόντρα
πυκνά σκοτάδια ταξιδεύουν μέρα
σε μυστικά περάσματα
μιά  έγνοια ηδονόπληκτη
παλίρροια νεφών αποστρέφουν 
υγρές ματιές πλασμένες σε μοναξιά
κι η έκρηξη προφητείας που τόλμησε
σε χίμαιρα που σίγησε μπρος σε γκρεμό
ανάμεσα σε μένα και τη σκέψη μου
κι όσα φαντάστηκες σε όσα γνώρισα
διατηρώ την οδύνη κρατάς αδιαφορία
σπίθα συντριβής και παραίτησης
πόσο μονολεκτικός είναι ο θάνατος
πόσο αμετάβλητη γίνηκε η ζωή
συσσωρεύεις σαρκασμούς
σπαρακτικά οδηγούμαι σε ελευθερία
δε θέλω να σ ακούσω
σαν σκόνη που πονά τα βλέφαρα
η φθορά σου ανώφελη  στη μοναχική σου δόξα
τα ποτάμια μου ανέγγιχτα
μια γουλιά δάκρυ φθάνει  να ξεδιψάσω τις θάλασσες
ανεξάντλητη η ψυχή μου θα γεννά
χωρίς επιφυλάξεις μαγικά αποτυπώματα
σε φλόγες που σχίζουν κύματα .

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

έχουν δικό τους φως οι νύκτες 
κι ας μην φαίνεται πολλάκις ......
ότι δε βλέπεις 

δεν σημαίνει οτι δεν υπάρχει...

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ώρες Ακατέργαστες Δίχως Τιμόνι

ανεμοδαρμένες μικρές πλώρες με αθωότητα τρομάζουν
στάζει απ' τις άκρες ρημαγμένου χρόνου τρυφεράδα
βιασμένος   απο μεθύσι ανεπανόρθωτο ξεψύχησε
σε απροστάτετη σάρκα δίχως μνήμη καρφώνω σιωπές
ούτε ένας κάματος με ανάσες άρυθμες σε υποταγή

νεκροί που  απώλεσαν κίνδυνο ανασαίνοντας φως
αποκεφαλίζουν μέρες  και κανένα σημάδι αγωνίας
δεν θρόισε ξεδιάντροπα σε ανέπαφο χρώμα γυμνό
καταδίκες που γης δεν άντεξε σε ακατάκτητο χρόνο
με σβησμένα μάτια κομπάζει το έγκλημα

μήτρα απο πέτρα  χωρίς γοητεία κι αρνήθηκα
τη γέννησή μου υπονόμευσα κι άθελά μου ανακάλυπτα
κενό αποκαθηλώνοντας αναρριχήσεις  αγγέλων
πού στροβιλίζεσαι  θάλασσα  αθάνατη  σε άκρη βλεφάρου
άραξε δυστυχία αγριεμένη ατιθάσευτη σαν κοιμήθηκαν όνειρα

άπιαστα σήματα μυστικά ορθώνει ο Νότος πάνω απο κύματα
τα σωθικά μου κρυμένα σε ύφαλα καλούν τη Νύκτα μου
ας βαρυγκώμησαν οι ερημιές που στηρίζουν αποστάσεις
σπάζουν όλες οι αθωότητες την ώρα που είδωλα ξεψυχούν
με χαρακιά ευτυχίσς σε βυθούς ωρών ακατέργαστων δίχως τιμόνι.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Μήνας Προδότης και Ώρα Πνιγμένη

πόσες ερημιές κρέμονται σε αιμάτινα χέρια
κι αυτός ο προδομένος  Ιούδας λάβαρο κρυφό
αγιοσύνης που αντάρτεψε με θρήνο βουβό
λευκό πουκάμισο να ντύσει ανυπαρξία καρφωμένη
σε φιλί ατρόμητο μα ταπεινό στην τρίτη όραση ναυάγιο

 προσπερνώ σιωπές ,λειψές εικόνες κορμιών αιωρούμενων
στις παλάμες χαραγμένες βαθιά αρνήσεις που μ έθρεψαν
πλαγιάζω με φαντάσματα διαβαίνω ανάμεσα σε ήχους άωρους
με ειρωνεύτηκαν δυό θάλασσες σαν γκρέμιζα ζωή σε θάμπος
δες με! σκοντάφτω σε βαθύ άγγιγμα  στοιχειωμένου μύθου

το άηχο κορμί μου σταυρός θύμα και θύτης σταυρώνει ψυχή
κι ο πρώτος έρωτας ουδέ έναν στεναγμό  ικανό να πνίξει ανέμους
νε ξεσχίσει ψεύδη εγκόσμια ερείπια αδιάκριτα σαν ρουφούν σπλάχνα
κι ακόμα δεν κίνησε αγέννητος θεός ακατέργαστος
να ονειρευθεί στις συνήθειες και σε κρυφές αμφιταλαντεύσεις

διψώ και πίνω το αίμα μου πεινώ και μετρώ της ψυχής μου βάθη
δεν έχω περίγραμμα και στου Ιούδα το μέτωπο λάμπει μυστικά
εικόνα γέννησης αιώνιας των πεπρωμένων που αφανίστηκαν
σε κάβους που μάταια περίμεναν  τ αργοπορημένα καράβια
για μήνες που πρόδιδαν και ώρες πνιγμένες σε άνυδρες στεριές.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Μήνας Αήττητος και Ώρα Άχρονη

σε δάσος εγκαταλειμμένο σε βροχή
που φάνταζε αήττητο φως  ήλιου αθέατου
γυμνή  χόρευε ανάσα αχόρταγη λαβωμένη
δίψασε το αίμα μου  σαν άνοιξε ψυχή μεσούρανα
παθιασμένες εκρήξεις και απίστησα σε μόχθους

σχισμένες σάρκες από ματιές τυραγνισμένες
και κανείς δεν αποτόλμησε με συνείδηση
να δει την τρυφεράδα του κινδύνου σαν παρήλθε
πώς γιεννιέται  πάθος  απο σάρκα γης απάτητης
στο πρώτο άγγιγμα γυμνών λόγων βιασμένου χαμόγελου

αρώματα γυμνώθηκαν και γης αμόλυντη υποταγμένη
κρύβει σε λιόγερμα σπέρμα αρχαίας κραυγήςάγνωστης
και μνήμες λεύτερες  μελλοντικών ερώτων άγριας θάλασσας
ξέψυχη ομίχλη στα ριζά ενός χειμώνα βυθίζει είδωλα
σε κολασμένους παραδείσους  αδοκίμαστους στο άχρονο.