Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Σε Ώρα Άπειρη κι ο Μήνας Μετατοπισμένος

με θολό το νου στη διχάλα της μέρας
με μόχθο σιωπών κλειδωμένων
σημαδεύει όσα δεν αποτόλμησε
φιλιά πικρά και λόγια διάτρητα
διπλωμένα σε ρούχο κουρέλι νύκτας
βουτηγμένη σε αμαρτία μικρή ΄
κι όπως σκάλιζε ακήρυχτες αγάπες
απιστούσε σε ακίνητες στιγμές
γυμνώθηκε αφηνιάζοντας μπρος σε πέτρα
χαράζοντας μικρά φωνήεντα με θυμό
εμμονικοί ψίθυροι γιγαντώνουν τις νύκτες
ερείπιο μοναξιάς ασυμβίβαστης  σε κινδύνους
οι ενοχές στροβιλίζονται σε ομίχλη
τρελή κραυγή σε ανύπαρκτη αγκαλιά
ένα συντρίμμι υπόλοιπο μουσικής που ράγισε
πού πηγαίνεις ; ρώτησα
στο χρόνο μπρος πίσω να βρω την εικόνα μου, είπε.
και στάθηκε μισόν αιώνα μονάχα να ξεντύνεται εικόνα
που δεν αγάπησε, που δεν κατάλαβε ,δεν αποδέχθηκε
κι όλο προσέκρουε σε παλαίστρα να μένει νερό αδιάβατο
δεν έμαθε να αχρηστεύει το θάνατο
δεν συλλάβισε ποτέ την αθωότητα
μοιρασμένη ψυχή σε ψέμα που το έντυνε αλήθεια
χαμένη ανάμνηση σε πάθη που δυνάστευαν
πάθη που μοίραζαν χαλασμένους έρωτες
με χαμηλωμένες αισθήσεις κι αφανέρωτα χρώματα
με την πρώτη αχτίδα μιας γιορτής που θανατώνει σιωπές
υιοθετήθηκε θεληματικά από παράνομους μικρούς ανέμους
θέλοντας να συναντήσει παράφορες ερωτικές θύελλες
σε ώρα άπειρη κι ο μήνας μετατοπισμένος από άγρια πουλιά.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Μήνας σε Απόγνωση και η Ώρα σε Ευτυχία

χάθηκε μια σκέψη δίχως αιδώ ως άμαθη
ταξιδεύοντας από το φως σε ανεμόδαρτα
νυκτερινά σιωπητήρια χεριών ανέγγιχτων
και οι σιωπές... πόρνες αναίτιες
ωχ! αυτές οι σιωπές εφιάλτης τρομακτικός
πιότερο κι απ' του θανάτου την άγνοια
κλήθηκα να ακυρώσω φύση ζωής
που διαψεύσθηκε από οργή ακάλεστη
αγνάντια σε αιμάτινες χαρακιές γευόμουν
σάρκα ονείρου αβοήθητου σε αμέριμνη ώρα
συλλαβίζοντας ήχους βροχής
σαν ξέφτιζαν νέφη αγέλαστα
αλαφροπερνούν δυο φωνήεντα
γυμνά κι ασχημάτιστα
μέσα από χείλη δαγκωμένα
από γεύση σκουριάς
ξεσχίζοντας το στήθος μου σε αθάνατη ώρα
κι εκεί στην άμμο της άμπωτης πριχού το κύμα
να σβήσει, έθαψα ήλιους  αγέννητους
κάτω απ την τρελή κραυγή πεινασμένων νοσταλγιών
κι ήταν μήνας σε απόγνωση και η ώρα σε ευτυχία.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Η Διαφορά του Ελαχίστου

κι αν αλάνι έγινα πάνω σε σκέψεις
κι αν αλήτεψα πάνω σε λέξεις
τα πιο ακριβά δώρα τα πήρα ,
μου τα χάρισαν τα σημεία στίξης
γιατί βλέπεις ,
πάντα το ελάχιστο κάνει τη διαφορά...

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Της Πέτρας και του Έρωτα

Σπουδή σε λέξεις μιας γλώσσας αγέννητης
                      ΔΙ

Τι καρτερούσες
                     σαν έφθασα
           από τα ευρύχωρα κύματα
'Ολα τα είχα χαρίσει
Σφαλιγμένα σε όστρακα
                 που έλαμπαν από φως
             μιας πίκρας περίσσιας
Ημέρα η πρωτέρα μηνός Θαργηλιώνος
Χαράζει η Ίριδα μέγα Ψεύδος
Το γοερό σου κλάμα σήκωσε θύελλα
Αισθήματα εκσφενδονισμένα
                 από του Άδη τα σπλάχνα
Χύθηκαν τα λόγια σου
               φύλλα φθινοπωρινά
Είχες ζωγραφισμένο το φόβο στα στήθια
Γεννήθηκε ένας απορημένος πόνος
Σε ξένους  γαλαξίες
                            φονεύαμε ήλιους
Στ' άδεια χέρια σου
                          αφήνει
          την πνοή του ο Έρωτας
που γιορτάζει κρυφή χαρά
Φρεσκολουσμένα λόγια          
                          έννοιες που
                      χάσκουν σε άδειο παράπονο
Κυοφορείς το θάνατο τις μικρές ώρες
Τις ώρες που ο Θεός αρμενίζει
πάνω σε άδολα χαμόγελα
Ακούσιος
              ο ήχος μου
Ρέω
        στο μέτωπο τ' ουρανού
αχρηστεύω την αμαρτία της άνοιξης
Κατοικώ ακόμα
                    στην καυτή πέτρα
λουσμένη στο φως μιας αρμύρας
                    που κουβαλά την πίκρα
           της πλάσης ολόκληρης.
=======
  1996
από το βιβλίο μου
Της Πέτρας και του Έρωτα

Σκόνταψε ο Ήχος μου

σκιές με θυμήθηκαν κι ένα μικρό όνειρο
κοιτάζω εμπρός μου ιδρωμένες ανάσες
αλύτρωτες λέξεις ραγισμένες
κι  ένα γέλιο φορτωμένο απολογία

σκαρφαλώνω στην κορυφή μου
δε μ εξουσιάζει ο θάνατος
η ζωή σκανδαλίζει την αλήθεια
με διεκδικεί η εξέγερση
ήλθα απ' της αβύσσου τα σπλάχνα

δε χώρεσα σ ένα ηδονικό φιλί δε χώρεσα
ξεγύμνωσα το σώμα μου κι αυτό μου αντιστάθηκε
ξεσχίσθηκε η σάρκα μου σε κάτοπτρα σαν χύθηκε
σκόνταψε ο ήχος μου πάνω σε πέτρα άνυδρη

κινώ ταξίδι σε κόσμο που ήλιο  δε γνώρισε ποτέ
θεϊκές αμαρτίες αναβλύζουν από σκοτεινιασμένα μάτια
κι εγώ να συλλαβίζω  τις συμπτώσεις των χρόνων
σαν έχασαν τον κτύπο της καρδιάς.

Μιά Μνήμη Ζώσα

ανοίγει η πύλη του άχωρου και άχρονου παρόντος...
διστάζω...
ακόμα κουβαλώ μιαν άνοιξη που ποτέ δεν πόθησα...
λατρεύω τα μεστά καλοκαίρια ...
λύνω εικόνες και ρέω
όλο ρέω πάνω στου κύματος τον πρώτο παφλασμό...
όποιος δε είδε αυτήν την πύλη
δε πρόλαβε ποτέ το πρόσωπο της ζωής....
εισέρχομαι μονίμως εξερχο
μένη ...
μα δεν εξαγνίζομαι .....
δεν είναι ποτέ αυτός ο σκοπός ...
μια μνήμη ζώσα να σώζω κάθε φορά...
μονάχα αυτό....

Κατακτήσεις

Όλα τα έχω μπερδέψει
δεν ξεχωρίζω τη διαφορά
στο ναι και στο όχι
έχουν άρα γε πραγματικά διαφορά;
υπάρχει διαφορά
στο καλό και στο κακό;
κι αν όπως λεν υπάρχει,
τι χρειάζονται τα παραθετικά;
γιατί να φοβάμαι
ότι φοβούνται οι άλλοι;
τι ανοησία!
όλοι βιάζονται
εγώ πηγαινοέρχομαι
σαν τα κύματα
και πάντα είμαι εδώ
οι άλλοι λένε πως είναι σαφείς
εγώ δεν είμαι ...
αλλά γνωρίζω ο,τι είμαι αδύναμος
όλοι έχουν πολλά,
αλλά χρειάζονται πιότερα
εγώ δεν έχω τίποτα
και αισθάνομαι πλήρης
βέβαια ! βέβαια !
είναι που τα έχω μπερδέψει
όλοι είναι έξυπνοι ,
τα καταφέρνουν όλα
μονάχα εγώ
είμαι βαρύς και βλάκας
για τούτο είμαι ως ανήσυχος άνεμος
είμαι διαφορετικός
και με τρέφει η μεγάλη μάννα
έτσι αναγνώρισα και κατέκτησα το μη εικονικό.