μέσα σ εξαντλημένους ήχους έφθασα στο θάνατο
κανείς δεν αναγνώρισε εκείνο το λυγμό σαν σύρθηκε
στοιβαγμένη σε πόνο ! και σινιάλα δε θέλησα απο ευπρέπεια
ανοίγω το στήθος ριψοκινδυνεύοντας αποκεφαλισμένο δράμα
καυτά μεσημέρια παραδωμένα σε ξεφλουδισμένα αμαρτήματα
αναπάντεχα έσβησαν μέτωπα ορμητήρια κι εγώ
ποτέ δεν εμπιστεύτηκα αθωώσεις και σε σκοτάδια θανατώνομαι
μα γνώριζα τα ψεύδη του φωτός σε γεύσεις ξεκλείδωτες
με μια φτιαριά τις σάρκες μου ματόβρεχτες τυραγνισμένα θυσίασα
στην πιο μικρή μου ανασεμιά φυλάκισα την καθε εκκρεμότητα
γιατι βεβήλωση άλλη δεν επέτρεψα σ ανασκαμμένα δευτερόλεπτα
κι ας ξεκουράζεται ο ουρανός στα αγναντέματα μικρής αιωνιότητας
δε γέννησε έμπιστο η θάλασσα σε κρεμασμένο όνειρο διασκορπισμού
θα μηνύσω στο αναναπάντεχο πως κρεμασμένη σε ξάρτια φονεύομαι
θα εξαγνισθεί κάθε παράσταση που ρίζες δεν απόκτησε σ' άθλους
ασάλευτους
μηδένισα και καθε αυγή ας μπει καλά στη θέση της οι αθώες
φλόγες ρίμαξαν
ξέσφιξα τα δάκτυλα και χύθηκα ολομόναχη σε ναυαγισμένη λησμονιά
αφανίζομαι μέσα σε πόνου μεθυσμένες σιωπές
αλυσοδεμένος παράδεισος κι εγώ έκπτωτος
την ελπίδα μισθοφόρο την κούρσεψε ο κίνδυνος
κι εσυ να ζητάς να καρφώσεις τις θάλασσες
δευτερεύοντες πόθοι τριγυρνούν απαιτώντας
φιλί αφημένο στο ανεπανόρθωτα κουρασμένο βύθισμα
αχρηστευμένα φτερά απο ταπείνωση ταξίδι δεν κίνησαν
βυθίζεται ο ουρανός σε θάλασσα ακαθρέφτιστη
πόσες ανυπαρξίες δε μέτρησα μες σε μετακινήσεις
ανύποπτοι ορισμοί με καθησύχαζαν πάνω σε ξυραφιού αιχμή
και δες ως και το αόρατο υποδορίως με παγίδευε
αλλού διαβαίνει θάνατος ασχημάτιστος μα 'γω δε θέλω να σωθώ
την έκτη ώρα καταμεσής μιας διδρομής παντελώς ασύμαντης
απ τη γέννηση ως να φθάσω στο θάνατο καρπώθηκα έρωτα
το σύμπαν με τύλιξε στο δικό του μύθο μα δε θέλησα
στην όχθη του σκότους μου ξεκλείδωσε ο θάνατος μια αιωνιότητα
εσυ εγκαλούσες μιαν ευθύνη που δε μ' αναγνώριζε...
επέστρεψα ζητώντας μέσα μου να συνυπάρξω
στον προσωπικό μου άθλο μα δε θα βγω θελημένα μονάχος ...

πόσοι δρόμοι προσηλωμένοι στο ψεύδος το αβοήθητο
στέκονται περιμένοντας τη σωτηρία απ τον παράδεισο
πλανόδιες λέξεις χάραζαν σώματα με συλλαβές άπλαστες
ξορκίζοντας φόβους ανύπαρκτους τυλιγμένους σε λόγο ακάλεστο
πριν γεννηθώ γνώριζα το μύθο σου τον άτεχνο σαν ψευδομαρτυρούσε
ανεπαίσθητος ο θόρυβος στη ρωγμή τ ουρανού σαν ντύθηκε η σιωπή
κοίτα πόσους διαφορετικούς ήχους έχουν οι σιωπές σαν διαβαίνουν θάλασσα
και πώς γελάστηκες οτι με το φτερούγισμα δεν θά 'ναι διασταυρωμένες
στα αδιάβατα τείχη δε γεννιέται έρωτας από αξόδευτη μοναξιά
συλλαβίζω το όνομα ενός θεού μα ήχο δεν ανιχνεύω κι ο θεός άγνωστος
λέξεις σταυρωμένες σε όχθες θηλυκών χειμάρρων σφίνωναν
απελπισία κραυγών αδιαπέραστων συλλαμβάνουν τον θάνατο σε αγγέλου χνάρι
απλώνω το χέρι χάδι στου βυθού μου το δάκρυ μα μετανόησα
γυμνή θάλασσα με περιττριγύριζε χωρίς ανάπαυλα άτακτες εκρήξεις
μικρού θυμού πτυχές σε πίστη περιπέτεια που ξέμεινε σε μουράγιο
όταν θα βγω με τ αμαρτήματα κουβαριασμένα στην ψυχή μη ξεχαστείς
απ τα συρματόσχοινα ενός κοινοβίου οι σάρκες μου άγρια ξοδιάστηκαν
σε μια παραίσθηση κομμάτι κομμάτι με λέξη αναπλάθαμε μόνοι ζωή
θάνατος καθοδηγητής απελπισμένα στα ναυάγια μιάς φρίκης με παρέδωσε
όταν θα βγώ με ξεπλυμένα τ αμαρτήματα και ξεχαστείς σε συμπληγάδες
μες σε τραγούδι ανίερης σιωπής θα φυλακίζω τις λέξεις που με πρόδωσαν..
στην επιθυμία φαινομένων
απο ένστικτα μικρά δίσεκτων στιγμών
κι ας ήθελε η ψυχή προσβάσεις
σε φώς ακατοίκητο απο σκοτάδι
μυστικές ανακωχές
σε μυστήρια νύκτα αβάπτιστη
αιωρούνταν δειλά κι ασχημάτιστες
τα πάθη μου σε τρομαγμένα μάτια διάβασα
θρηνώντας φθορά ασυμβίβαστη
δίχως αφή ο βοριάς αποπλανά τη θάλασσα
χυμένες φωτιές σε αρχαίες λέξεις ξαπόσταιναν
καρφωμένα χάδια σε κύκλο μεσημεριού
μάτωναν καλοκαίρι σε εξομολόγηση
ο Εις που αναζητούσε το ταίρι του με απόγνωση
θαμμένες αθωότητες και εξέρχομαι εισερχόμενος
στο μεθύσι απο μυστήριο να παραδοθώ
διπλός εγώ ,διπλός εσύ , διπλός κι ο βυθός
και τα βουνά διπλά κι ας ράγισαν και τι σημαίνει
που κλέψαν το μέλλον και πώς να σου εξιστορώ
το ανεπανόρθωτο για την αποκεφαλισμένη απόκριση
στο κατώφλι νόησης έμεινα μόνος
εκτοξεύω μνήμες σπασμένες ενότητες
πόσες σταγόνες ζωής κυοφορεί η θάλασσα
σε μήνα τιμοινέρη κι η ώρα γερμένη στο πλευρό ν αναζητά το άλλο της.
κάποτε οι σιωπές
κόβουν πιότερο απο ξυράφι
σ αυτές ταξίδι σαν κινώ
δεν ξέρω ποτέ αν θα γυρίσω
αυτοεξόριστος έμαθα να ζω
έκπληκτος
μπρος σ αδιάβαστες σελίδες εμπαιγμού
κι απ το ελάχιστο με ράπιζε
ο εμπαιγμός και η χλεύη
ω! ναι η χλεύη στα χείλη αποτύπωμα
εύρετρα αισθήματα σε κόσμου λάθη.....
μία λέξη που δεν έχει όνομα με λεηλατεί
η αμαρτία της ευχαρίστησης με ξεσαρκίζει
ένα ποίημα που δε θέλησε να γεννηθεί
αφού οι λέξεις το ξεσχίζουν και πεθαίνει
τι θ' απογίνουν τα σακατεμένα χέρια μου με τόσο αίμα
που κατατρώγει τη σάρκα μου
με διαπερνά πόνος που γκρεμίζει τα μέσα μου
απεγνωσμένα γυρισμός στην πιο σκοτεινή άβυσσο
να βρει δρόμο διαφυγής να γλιτώσει από μένα
τούτα τα ρέματα βαθύτερα δε μ έσκαψαν ποτέ
ακατάλυπτη η λέξη δεν είχε λόγο αυτή να γεννηθεί
κι εγώ αναρμόνιστη πιό χρέος να πληρώνω
ποιός ειν ο στόχος μιας ζωής στο έρεβος κλεισμένη
αντάριασε , μάνιασε η ψυχή δε θέλει να μιλήσει
κι εγω παλιός δικαιωμένος πολεμιστής αμήχανα σιωπώ
καμμιά κραυγή δεν αναγνώρισα είναι όλες ξένες
τι κι αν είχα ευθύνη αζύγιαστη κι αμέτρητη
πνιγμός στα σωθικά μου μυριάδες οι βρυκόλακες
μ' αυτή τη λέξη που σμίγει ο νούς σε θολωμένα σκοτάδια
δολοφονηθηκε η καρδιά και ταξιδεύει στον Άδη.
κάποτε νομίσαμε ότι αγαπήσαμε πολύ κάτι
πιστέψαμε οτι αγαπήσαμε πολύ κάποιον
τι αυταπάτη ...
τελικά δεν ήταν αυτός ο όποιος ή το κάτι
παρά το όχημα
για να φθάσουμε μόνοι στην αγάπη για την αγάπη.