Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Αιωρούμενη Στιγμή

     Αιώνες αιωρείτο σε εκείνη την ατέλειωτη στιγμή
κρατούσε ανάμεσα στα δόντια όλες τις μνήμες
όσων δεν συνέβησαν ποτέ και οι φωνές του παρελθόντος
είχαν σιγήσει για πάντα.
     Η νύκτα είχε χαμηλώσει εφιαλτικά καθώς έκλαιγε γοερά
δίπλα σε έγκλημα που με ξεσχισμένες φτερούγες
αμάρτησε μόνο του εκείνη την ώρα σαν σταύρωνε του ονείρου
τη συγγνώμη, εκείνη την συγγνώμη που δεν άνοιξε ποτέ
τα χρώματα πάνω σε πρόσωπα που κλειδώθηκαν σε κάτοπτρα.
     Γδύθηκε η μέρα και στο στήθος της βαριές πληγές ματωμένες
ξοδεμένοι μαστοί και πώς να θηλάσει εκείνα τα πουλιά τα πεινασμένα
Χαμήλωσε το φως και στον σπασμό του ανέμου κάηκαν ψυχές
που δεν τόλμησαν να ζωγραφίσουν χαμόγελα.
Πόσα εγκλήματα από αδέξιους φονιάδες και κανένα δεν καταγράφηκε.
     Τρίζει του μαχαιριού η λάμα στην καρδιά των κάτωχρων μεσάνυκτων
κι ακόμα να σταθεί μπορετό να τα συντροφέψω στο κλάμα τους.
Δεν υπήρξα στο παρελθόν μόνο σ'εκείνη την ατέλειωτη αιωρούμενη στιγμή
ανάσαινα μνήμες μελλοντικές που δεν συνέβησαν ακόμη.

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Διαδρομές

     Στα στεγνά σου χείλη κρεμάστηκαν οι νύκτες η μια κατόπιν της άλλης.
Εσύ, αμέριμνα μέσα σε θάλασσα, ύφαινες ουράνια τόξα καψαλίζοντας
μια - μια νεκρές πεταλούδες που στέκονταν σε τρύπια φωνήεντα
σαν χύθηκαν από γδαρμένη σάρκα γητεύοντας λόγο.
Λόγο, που δεν έφθανε εδώ, μα έστεκε σαν φουσκωμένο ποτάμι να μαρτυρά
μ ένα τραγούδι αλλόκοτο, θείο δράμα που κατρακυλούσε στου βυθού
τη μοιραία αχόρταγη ένταση.
     Ξεδιπλώθηκαν μέρες ανήλιαγες να σκεπάσουν κατακαιόμενη μορφή
από άλλες εποχές κι εκείνη αρνήθηκε.Ολομόναχη μέσα στο φέγγος της
έσμιγε μοναξιές περιφερόμενες σαν άλικες πληγές γεμάτες ταραχή.
     Έγειρε να πιει τις νύκτες τις λαβωμένες απ τα χείλη σου κι εκείνες
ευδαίμονες, αλάφρωναν σαν εισχωρούσαν από χαραγματιές στην απέραντη σιγή
στήθους που ανάσαινε ήρεμα κι ασάλευτα στα μυστικά της πλάσης.
      Το αίμα βούιξε άγρια ο ουρανός σχίστηκε κι εκείνες ανέτειλαν  μια-μια υπομονετικά
ολόγυμνες δίχως να σταθούν μπρος στο πανάρχαιο φονικό.
Καθώς γεύονταν ουρανό, έσβηναν αργά μεθοδικά μιαν παγκόσμια φρίκη
που λούφαξε στα χαλάσματα βλεμμάτων που δεν μίλησαν ποτέ.

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Ξόδεψα Χίμαιρες

    Έφθασαν γιορτές απρόσμενες με θορύβους σπαθιά να κατακερματίζουν το γέλιο των ανθρώπων.
Τραγικές θάλασσες βουτηγμένες σε πυρκαγιά σβήνουν του σύμπαντος  ένα ένα τα περάσματα.
Μεθυσμένα μεσάνυκτα κυοφορούν αιώνες αιχμάλωτους και στάθηκαν σε δάσος πυκνό και άφεγγο.
    Πρόβαλα  με το σύθαμπο στους ώμους ψηλαφιστά βαδίζοντας ανάμεσα από παύσεις οδυνηρές.
Του σταυρού μου τα σημάδια αθέατα, αναζητώ του ίσκιου μου τα μυστικά πραγματώνοντας
μια - μια τις καταχρήσεις της ανάπαυλας μιας και δεν έζησα ποτέ σε πορεία κοινή.
    Μόνος έμαθα να καρφώνω τις ανάσες μου αναπολώντας αναζητήσεις που χάθηκαν πίσω από ήχο
στο βαθύ μονοπάτι ψυχής που ανέτειλε σε κάθε νύκτα γυμνή και απρόσεκτη.
    Μάτωσε το γέλιο των ανθρώπων κάηκε κι έμεινε η στάχτη του να λεκιάζει τον ερχομό των μοιραίων αιώνων των αβασάνιστων.
    Ψηλαφιστά σέρνω τα ίχνη του σταυρού μου κι ολοένα βαραίνει κι αγκομαχώ σα νά 'χα κορμί ανθρώπου στίγμα ανίερο. Ξέρω να μπαίνω στο αδύνατον πια, να λικνίζομαι διαπερνώντας τις ζωές μου. Πόσες χίμαιρες  ξόδεψα δεν θυμάμαι ...
    Κείνο που δεν ξέχασα είναι σαν σταυρώνομαι ξανά και ξανά, την ώρα της πιο ανείπωτης οδύνης
με το δάκρυ μου να δένω της συνείδησης τις μνήμες με τον ολόδικό μου ουρανό για να βρει μονοπάτι να γλιστρήσει μια λύτρωση, μια μονάχα την κάθε φορά.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Ένα Όνομα...

Τρεις χορδές κι ο ήχος έσπασε
ανθρώπων κορμιά τόξα
σχίζουν της βροχής το πρόσωπο
δεν έχω αφή,δεν έχω όραση
ρημαγμένες φωνές με ακολουθούν
σε παλιούς σταθμούς,σε βρωμερά καφενεία
λογαριάζω να ξεφύγω από ύπνο πέλαγο
σκοντάφτω αδιάκοπα ανάμεσα σε διαστήματα
καρφώνονται τα πόδια μου σε μνήμες γκρεμισμένες
στα χέρια μου κεντούν μικρά πουλιά
δυο μοναξιές σε ατέλειωτη υπεκφυγή
ντύνω σφιχτά τον ήχο μου που παγώνει
στη ρωγμή των χειλιών
πόσο πλαταίνει ο ουρανός ποτέ δεν έμαθα
μονάχα το χνώτο της γης με ταλανίζει
εκεί στις στάχτες που αγωνιώ να χαράξω
ένα όνομα που να με χωρά.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Ως την Επομένη Διάψευση...

     Βροχή καρφώθηκε σε χέρια ολάνοιχτα εκείνη την ώρα που ξεντύθηκε η μέρα
και προδομένη ροκάνισε σκοτάδια σιωπών στην αλλαγή του κόσμου.
Με τη λέξη να πάλλεται στα σωθικά γεννήθηκε σκέψη αδηφάγα κι ύστερα μια γλώσσα άγνωστη
ένωσε μοναξιά με πόθους ερώτων γαλήνης ανάρμοστης.
    Φονιάδες πρόβαλαν των ετών ερεθίσματα και βγαίνει λυγμός ωκεανού ανεμπόδιστου.
Πεθαίνουν οι ανάσες κωπηλατώντας καταμεσής σε φουρτουνιασμένη φωνηέντων  αγωνία.
Τρίζουν τα όνειρα και σκοντάφτει η Νύκτα σε φεγγάρια που έχτιζαν το μηδέν βασανίζοντας
γυμνή φωνή ουρανού γκρεμισμένου.
    Η απόγνωση πάντα άμυαλη τρομάζει τα ολάνοιχτα χέρια και σέρνει δεμένους ίσκιους
σε λαβωμένες θρησκείες να κατοικήσουν στη ρωγμή της ψυχής.
Πάλι και πάλι ξεντύνομαι το σώμα μου σε ξάστερες μνήμες αφτιασίδωτες  να ξεδιψάσει λέξη γυμνή
που δεν σπαταλήθηκε.
    Ζωντανεύω σε πορφύρα ανέγγιχτη και στέκω μπρος σου σε στάχτες νεφών που κάλυπταν μιαν αλήθεια άφθαρτη ως την επομένη διάψευση μέχρι να κατοικήσω στο ανέγγιχτο.

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Επικίνδυνη η Αγάπη...

      Γεύση πικρή που έχουν τα χαμόγελα του κόσμου ....
Μεστωμένοι σε πλασματική ευμάρεια βουτηχτήκαμε σε προσωπικές δυστυχίες
που γέννησαν άγονοι εγωισμοί κι ουδέ βήμα προς όφελος της ψυχής δεν τολμήθηκε
Τελικά τώρα το ξέρω καλά πόσο επικίνδυνο αγαθό είναι η αγάπη.Χρειάζεται κατάλληλη διαβάθμιση
του "δούναι" και "λαβείν" της. Πλην όμως είναι, υπερβολικά δύσκολη, τούτη η διαβάθμιση να πραγματωθεί απ τους ανθρώπους.
      Κοιτάζουμε ,αλλά δεν βλέπουμε παρά το μύθο που γεννά η ανάγκη που πάντα είναι ως τέτοια ανίερη. Μισθωμένες ζωές παράλληλες και κυρίως αντίρροπες με ψεύδος που το πιστέψαμε δίχως να αναζητήσουμε την αιτία που το γεννά. Τα ταξίδια είναι πανάκριβα γιατί τσαλακώνουν και ακίνητοι
ταλαιπωρήσαμε πορείες που δεν τολμήσαμε...
       Με σφαλιγμένα μάτια  κοιτάζουμε προς τα φυλλώματα αναζητώντας κορυφές ανύπαρκτες.
Δεν φιλήθηκαν οι άνθρωποι από ανικανότητα κι έμειναν να ξεπαγιάζουν σε κολάσεις ατέλειωτες αγνοώντας του παραδείσου την ύπαρξη.

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Ήχος Διάπυρος Μιας Γλώσσας Αγέννητης

    Στης  αστραπής  τη λάμψη φυλακίστηκα. Μεθώ στου αιωνίου πετάγματος το φωτεινό ταξίδι.
Ανασαίνω πικρή αρμύρα ,ανορθώνω τα χέρια,αγγίζω της Αύρας το πρόσωπο.
Εκείνη, αποστρέφει το βλέμμα, στη θέα του Αύσωνα.
Δεν κατανοώ, παρά τη χάρη μιας μοναδικής κατάβασης στο Ιερό Άβατο της Μαγείας.Μιας Μαγείας,
που κάποτε δεν είναι κατανοητή, αλλά είναι η ουσία αυτής καθ' αυτής της ζωής.
    Στου Ταινάρου τους αδιάβατους δρόμους, ανεμπόδιστη η πορεία,από χάρη των Θεών.
Βαθιά που είναι τα σπήλαια!...
Και κατέρχομαι μαζί σου, σε τούτο το ταξίδι των μυστηρίων. Στου μεγίστου πόνου την ιαχή θα τυλιχθούμε,εκεί που το Έρεβος με το Φως ανταμώνουν σε χορό αρμονικό θα διαβούμε.
    Στάζει άνοιξη στην αγκαλιά  σου Αύσωνα, μα εσύ σωπαίνεις. Από τις φτερούγες του Έρωτα,δρέψε μονάχα μιαν ελπίδα μικρή και χάρισε την μου. Είναι ώριμος ο κίνδυνος πια.
Ανθίζουν στις άκρες των χειλιών σου μύρια μειδιάματα. Το όνομά μου στα χείλη του, καίει τ' ουρανού τη θλίψη. Αλκυνόη, ψιθυρίζει και  του ορίζοντα τα τείχη συνθλίφτηκαν.
    Φάνηκαν μέσα στη θάλασσα τα χρυσά περγαμόντα. Μικροί υάκινθοι, έτρεμαν κάτω απ του φωτός το χάδι. Και τα όστρακα. Αχ! αυτά τα όστρακα, που κρατούν στην αγκαλιά τους, τη λαχτάρα του Αρχάγγελου.
Θεέ του Παντός και του Τίποτα, μίλησέ μου. Εγώ, η Ακυνόη σου το ζητώ, που με έπλασες στο χθες και το αύριο στο τώρα και το ποτέ.
Ο Πλάστης μου δεν αποκρίθηκε.
Σκύβει για να θωρώ μες στην αγκάλη του. Λαβωμένα τα τέσσερα κατάρτια από του πόνου του την ηχώ. Το δάκρυ του καυτό, άνοιξε στα δυο του σύμπαντος το κορμί και το αίμα αχνίζει πικρό, ολόζεστο. Στο αίμα τούτο βυθομετρώ τον ήχο. Τον ήχο ενός πόνου που δεν έχει έλεος.
    Τώρα γνωρίζω. Κοιτάζω τ' άδεια χέρια μου και θυμάμαι.
Θυμάμαι που έχασα τη ζωή μου στην καυτή πέτρα.  Κάτω από επιθυμίες ιερές,παραδόθηκα  στη σμίλη του μέλλοντος. Ατενίζω τη λαβωμένη φωνή της θάλασσας και πνίγω τους ήλιους στο σχισμένο της στέρνο.
Ανυπέρβλητα τα εμπόδια του πάθους. Ενός πάθους γιγαντιαίου, για το χτίσιμο μιας και μόνης αλήθειας.
     Ω! Αύσωνα , απάντησέ μου παρακαλώ.
Ξέρεις ποια είναι η διαφορά , ανάμεσα στην αλήθεια και την πραγματικότητα;
Στρέφει το βλέμμα του πάνω μου όλο απορία, και μου απαντά:
Αλκυνόη, η αλήθεια και η πραγματικότητα, είναι το ίδιο ακριβώς.
Ρουφώ το δάκρυ του Θεού μου, να κατακαύσω τις μνήμες, να σβήσω το πριν μιας ευτυχίας ποδοπατημένης ,ανίερης ψεύτικης, ουδέ καν ευτυχίας.
Η αλήθεια, Αύσωνα, είναι τούτο που νοιώθουμε, που κατακτούμε με το ανάλαφρο βήμα και το λεύτερο φτερούγισμα της ψυχής. Η πραγματικότητα, είναι ο,τι απομένει στα χέρια που δολοφόνησαν την αλήθεια.
Η πτώση μας είναι η πραγματικότητα και η ουσία του βυθίσματός μας , η  αλήθεια.
     Λούζω το κορμί στο αίμα μου. Καλώ τον Αύσωνα  να εξαγνίσει τις επιθυμίες, αναζητώντας έκφραση στο πρόσωπο του Πρωτέα.
Επτά οι πληγές του κορμιού και ο πόνος δε μετριέται. Με φυλακίζεις στην ευδαιμονία μιας επίπλαστης γαλήνης.
Έσμιξε σύννεφο με γης. Στιγμές οδυνηρές, στιγμές δεμένες με την πραγματικότητα, κι εγώ  να λατρεύω την Αλήθεια. Αυτή την Αλήθεια που φωλιάζει στου ανέμου το χέρι και θεριεύει την πύρινη λαίλαπα.
     Εγένετο μην Μαιμακτηριών και ημέρα η έκτη.
Η θέρμη του Ήλιου, βυθίζεται λαβωμένη στα σπλάχνα τα άσπιλα μιας καταπράσινης θάλασσας.
Σκοτώνω το όνειρο που είναι ψεγάδι του νου,να διαβώ στο όραμα μιας φύσης ανωτέρας.
Αιμορράγησε ο Λόγος  από την ευήθεια του ψεύδους σου, Αύσωνα.
Ο τρόμος  γεννιέται ορμητικά, ραγίζει του μύθου η θέληση.
Των υδάτων η ρευστότητα κρύφτηκε. Παγωνιά ξεχύνεται από τις φτερούγες των γλάρων.
     Δραπέτης κατέρχεσαι, περιγελώντας τη διστακτικότητά μου.
Η προδοσία σου επιτελείται και στα δυο επίπεδα της φύσης.
Με παραδίδεις, στου αιωνίου εσώτερου θανάτου, τα χέρια. Δεν έχει ιερότητα τούτη η κόλαση, που μ' αποδιώχνει   στον βασανιστικότερο ήχο του παραδείσου.
Ενός παραδείσου, που η φωτιά κι ο αγέρας  αποθέτουν την καρδιά των ασφόδελων, στου κορμιού μου τις επτά πληγές.
      Πυκνή ομίχλη. Δεν έχω δυνατότητα ν' ανασάνω. Παγωνιά, κρυμμένη σε χάδι.
Αέρινη φιγούρα με τυλίγει απαλά, την ώρα που κινδυνεύει να αφανιστεί και η τελευταία δυνατότητα να σε εμπιστευτώ.
Η Στύγα , κόρη του Ωκεανού , μου ψιθυρίζει λόγια παρήγορα. Μα σε νοιώθω, μονάχα τους πόνους, από το βασανιστικό  παιγχνίδι σου Αύσωνα.
Σιγά,σιγά, τούτος ο θεσπέσιος και μυστικός κόσμος, σβήνει για σένα,πάνω στην ψευδαισθησία των αισθημάτων σου, της θέλησής σου.
Ζητώ απ τους θεούς που θυμωμένοι κραδαίνουν βαριά τιμωρία, να μη σ' αγγίξουν. Κι ας νομίζεις πως μονάχος σεσωσμένος διαβαίνεις τις πύλες τις μυστικές.
       Έμεινα μονάχη.  Πάλι. Ασυντρόφευτη  για πάντα ίσως.
Και τότε....
Άνοιξε του φωτός το στέρνο, εξήλθεν ύδωρ και αίμα.
Εφάνη ο Εις, έχοντας φωτιά στα χέρια  και... Είπε :
Όταν εισέλθεις στου πόνου σου τα σπήλαια, άγγιζε τις πληγές και θ' ανθίζει η ελπίδα.
Αποκρίθηκα : Άλλο πιο κάτω αν διαβώ , η παγωνιά με θανατώνει και τα μέλη είναι άπνοα.
Και είπε: Το βλέμμα του ήχου είναι διάπυρο. Άντλησε του μύθου την ψυχή και ύστερα... Ύστερα πέταξε πάνω στου αίματός  σου το διάβα, ο,τι  σέπεται.
Αποκρίθηκα:  Δεν έχω όραση, δεν έχω επιθυμίες.Δεν έχω Γνώση, παρά της Ερήμου...
Και είπε:  Πλανάσαι.
     Και εγένετο ημέρα η έκτη, μηνός απόντος και έτους αγνώστου.
Με το φόβο στο νου και τους πόνους στις σάρκες. Αργοσβήνει η ζωή, η ανάσα φώλιασε στης φωτιάς το τραγούδι, ύστερα σιωπή.
Συμφιλιωμένος με τούτη,χρόνια τώρα, αναπαύθηκα.
Η μοναξιά γιγάντωνε, εγώ σμίκραινα ολοένα και περισσότερο. Ο φόβος κυρίαρχος, μάχεται την ώριμη επιθυμία να χαρίσω τα πάντα, όλα τούτα που δε χωρούν πια μέσα μου, ξεχειλίζουν και χύνονται στης Ερήμου το ολόλευκο πρόσωπο.
Ύστερα φώναξα εκείνον που με γέννησε.
Ήλθε ξανά, με φωτιά νερό κι αγέρα. έσυρε τη γη μακριά, μ' ελευθέρωσε και είπε:
Να κοιτάξεις μακριά με ο,τι σου έδωσα.
      Εσφάλισα τους οφθαλμούς ,άνοιξα του μετώπου την όραση,άδειασε ο νους. Γεννήθηκε ήχος μέγας. Σκότος,γεύση πικρή,τρόμος.
Ω! Εσύ που με γέννησες, μείνε σιμά μου..Είμαι τρομοκρατημένος, κρυώνω, αγνοώ.
Και είπε: Έξελθε της  Ερήμου, μόνος .Εγώ σε καλώ. Μη γονατίσεις, μην φωνάξεις,παρά στον ήχο μιας μουσικής άγνωστης. Φθαρτός εσύ που δεν  πόνεσες. Νεκρός όποιος δε μ' άγγιξε. Έλα δίχως τον τρόμο, μονάχα με της προσδοκίας το χαμόγελο.
      Κίνησα.
Η Έρημος με κατέκαυσε, η παγωνιά της με διαμέλισε. Θωρώ μια λάμψη ,βιάζομαι να εισέλθω.
Κατέρχομαι ,  ανερχόμενος . Είναι τέτοια η οδύνη των  πόνων, που η φωνή αφανίστηκε στης απόγνωσης το χέρι.
Οι σάρκες μου, κομμάτια  διάσπαρτα. Το αίμα αχνίζει. Ποταμός  που η ροή του με τρελαίνει.
Τερατόμορφα όντα ξεσχίζουν τη Σκέψη,αχρηστεύουν το αθώο μου κοίταγμα.
Οι φωνές τους που με περιγελούν, διασκορπούν την ελπίδα.  Δεν έχει αέρα ακόμα, τα πνευμόνια πονούν.
Κατέρχομαι ανερχόμενος
      Βλέπω του μίσους το πρόσωπο. Αποστρέφω το βλέμμα.
Βοήθειααααα !.... Μα η φωνή.... Φωνή δεν έχω, ο τρόμος πνίγει την έκκληση.
Απλώνω το χέρι, να σταματήσω της φρίκης το ράπισμα. Μα το χέρι μου, είναι αποσαρκωμένο, άδειο κι αδύναμο.  Κατέρχομαι ,ανερχόμενος.
Είδα το άδειο σου πρόσωπο, να καθρεφτίζει το τίποτα της ψυχής.  Έχασα τις αισθήσεις να φύγει ο τρόμος.
       Παραδίδω την εύθραυστη μνήμη σ' Αυτόν που με γέννησε. Τον ρωτώ με αγωνία, γιατί οι πόνοι  γιατί οι πόνοι με θανατώνουν αργά-αργά;
Και είπε:  Δε μ' αγάπησες.
Αποκρίθηκα:Δεν γνωρίζω την σημασία των λόγων σου.Είναι στοιχεία άγνωστα που με παιδεύουν.
Και είπε:  Ψεύδεσαι.
Αποκρίθηκα : Ναι! γιατί στην τόσο μακρά και μικρή ζωή μου , μονάχα τον Αύσωνα αγάπησα ,κι αυτός  δεν ένοιωσε αχ! καρδιά μου , άλλο  από ένα τίποτα.
      Πνιγμένος στου πόνου το δάκρυ, κατέρχομαι ανερχόμενος. Τα σπήλαια απύθμενα. Το Φως  Του αχνό, η παγωνιά μου αφάνταστη. Και οι δυο Έρημοι να με σφυροκοπούν εκατέρωθεν.