Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Μοναξιά

Ζούσα σε ατέλειωτη Νύκτα
όταν έπαψα να μιλώ
με ραγισμένο στόμα.
μικρό χαμόγελο και δίχως χέρια
διάβηκα νωχελικά ομοιώματα πόλεων
γεμάτα απομεινάρια σκιών βασανισμένων
συλλέγοντας μνήμες παραδομένες
απεγνωσμένα είδωλα λατρεύτηκαν παρήγορα
μισήθηκαν και αβαλσάμωτα πετάχτηκαν
σαν καταργήθηκαν τα όνειρα
Τις νύκτες έπαψα να μιλώ
αφουγκράζομαι τα παράπονα των σκιών
δίχως κανένα βίωμα πασχίζουν να συντηρηθούν
ξαγρυπνώ αιώνες τώρα σε ραγισμένη λέξη
ντύνομαι τα μεγέθη της και πού να στεγαστεί
το χάος το εσώτερο που ξαγρυπνά σε δρόμο αταξίδευτο
πώς να χωρέσει η μοναξιά μέσα σε μία λέξη;
μα τα αποτυπώματα λογισμών, εμπειρίες ταξιδιών
μονάχα έξω απ τα σύνολα ανασαίνουν.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Παράδοση

Μα τι ήθελες και στάθηκες
πάνω σε ανυπεράσπιστες λέξεις;
δες πως πλαταίνει η ανάγκη
να δραπετεύσεις

κι όπως ταξίδευες
καβάλα σε μισή σκιά
απ τη μιαν έρημο ως την άλλη
παραδομένος σε θορύβους
ενός ονείρου πέτρινου πνιγμένο σε ομίχλη
ύφαινες σκόνη αντί για λόγια

κι έγινες ω! ναι το περιττό
λιωμένες άκρες των ματιών μέσα σε νοσταλγία
στόμα μισάνοικτο φρικτό
κι ένας λυγμός ξεχύνεται κλεισμένος σε ανάμνηση
βαθιά τ' αχνάρια σ όλα όσα τους οφείλεσαι

τι απαραίτητος που έγινες του θανάτου
φυσάει
ντύσου επίγνωση
και γύρε πάνω σ εξαντλημένη υπομονή
μυστικών που δεν ξεκλείδωσες ποτέ.

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Dum Spiro Spero

Δεν θυμάμαι ποιος μου έδωσε υπόσταση
αμυδρά γυροφέρνει η αίσθηση λέξεων
δεν είμαι σίγουρη για τη φύση της ψυχής μου
γράφω και φαίνομαι μέσα στις λέξεις ύστερα
ναι ! ύστερα χάνομαι ολοένα και πιότερο μπερδεμένη
την ψυχή αναζητώ στους αιώνες που κουβαλώ
στέκω κάτω απ τη μεγάλη βαλανιδιά και ψιθυρίζω
αγνάντια  στο αρχιπέλαγο  όσα ονόματα μου έδωσαν
Ιόλη,Ισμήνη,Δάφνη, Μελπομένη ,
τι σημασία να έχει; ήταν τόσα πολλά
θυμάμαι πως γέννησα εννιά υιούς
που τους έθρεψα με τις σάρκες μου
μα σαν ανδρώθηκαν χάθηκαν
δεν έχω θνητότητα ω! μη μπερδεύεσαι
δεν έχει να κάνει με καμιά αθανασία
ουδέ μεγάλη μηδέ μικρή μόνο που πέρασα
αντίπερα απ τα σκοτεινά ποτάμια αφήνοντας κάθε απαξία
γιατί πονούσε πολύ η αφροντισιά σε βλέμματα αδειανά
που δεν είχαν καμιά δεινότητα διείσδυσης
λειτουργούσαν ως κάτοπτρα πάντα, σ έναν κόσμο κωφάλαλο
Πριν την κτίση του κόσμου είχα απαντηθεί μ'εκείνον
τον γερασμένο ποιητή που με μάλωνε γιατί άφηνα τις λέξεις
να κλέβουν τη μουσική τ' αγέρα ασύστολα
μα οι λέξεις μ ακολουθούν μόνες τους, είπα
έφερε μπρος μου τα μικρά καλοκαίρια που φυλάκιζαν
στα σωθικά τους χειμώνες ανήμερους
και τότε είδα πως κολυμπούσαν στα μάτια μου λέξεις αφτιασίδωτες
χόρευαν στ ακροδάκτυλά μου
και ξεδιψούσαν στου αίματός  μου την μυστική ροή
μου έδειξε να φυσώ
πάνω τους, μέσα τους τα δικά μου μουσικά σχήματα
μιλούσε όλες τις γλώσσες ακόμη κι αυτές που δεν είχαν γεννηθεί
εγώ δεν γνώριζα καμιά και τότε του ζωγράφισα το θάνατο
υπήρξαμε νεκροί -ήθελα να πω-
μόνο και μόνο για να κατανοήσουμε
τίποτα δε διδάσκει ο θάνατος είπε μονάχα η ποίηση
σου δείχνει το δρόμο να κατανοείς
μονάχα η ποίηση έχει όλες τις λύσεις
Στέκω κάτω απ τη μεγάλη βαλανιδιά
ακούω του ανέμου το πέρασμα κάτω απ τις φτερούγες
ταπεινών πουλιών που ωθούνται σε πτήσεις
με γλώσσα άμαθη να μιλά ξεφεύγει μέσα
απ τα κουρασμένα μου χείλη ανάσα που μόνη της τραγούδησε
dum spiro spero, dum spiro spero
Δεν γνωρίζαμε τίποτα λοιπόν
νομίζοντας ο.τι είμασταν ζωντανοί
χλευάσαμε την ποίηση μιλώντας συναμετάξυ μας
διαφωνώντας πάνω από λευκές σελίδες.

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Απ' Αρχής























στάθηκε ακίνητος απέναντι σ' εκείνον
βάδιζαν ολόκληρη νύκτα σε σιωπή
κάθε που σχηματιζόταν μια λέξη
βαπτιζόταν στο ουρλιαχτό του ανέμου
θρυμματιζόταν λικνιζόμενη
με περίσσια ιδιοτροπία πριν διαλυθεί
ανάμεσα στα πόδια τους
τα στεριωμένα σε πάγο που τρίζει σπάζοντας
στην αρχή μιας υποταγής
και ο άνεμος βόρειος
ανταλλάσσουν βλέμματα γεμάτα σκοτάδια
κι εκεί στο βάθος τους ένας ήλιος ματωμένος
ζητά λύτρωση απεγνωσμένα
εκείνοι αδιάφοροι πίνουν τ αστέρια
αιχμάλωτοι του μύθου ενός Ιούδα λυτρωτή
η καταδίκη αιώνια σαν κουβαλούν
τον Κάιν και τον Άβελ στο ίδιο κορμί
κρεμάστηκαν ανάμεσα σε τούτη την παράνοια
δεν διεκδικούν επανένταξη να κατευνάσουν τη σιωπή
αναχωρητές στην ίδια αμαρτία
κουβαλούν  φυλακή
και η μάχη άνιση
σαν στήνουν τη μυστική τους καταγωγή
μιας προαιώνιας προσφοράς ανολοκλήρωτης
δέθηκαν τα βλέμματα τα γεμάτα σπαρακτικό υπάρχω
και κίνησαν το ταξίδι απ αρχής.

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Ανεπανόρθωτα

κυνηγούσε τις σκιές σε χρόνο μέλλοντα
λέξεις ξέπνοες ηχούσαν
κουβαλώντας αφαίρεση σ έναν κόσμο
φτιαγμένον από εικασίες
τίποτα χειροπιαστό σε μονοπάτια σβησμένα
με μνήμη σκαλωμένη σε αντίλαλο
άγραφη θάλασσα με πέτρινο σκληρό κορμί
καμιά απολογία και τα κουπιά να μπήγονται
σκληρά τρυπώντας βάναυσα τη σάρκα της
οδεύοντας προς τον πρώτο κόσμο τον άγνωστο
ήχος ανατριχιαστικός πνιχτός κι ούτε ένα δάκρυ
στα ξάγρυπνα μάτια της που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ
αέναη ψυχή σε χρόνο ανεπανόρθωτο
σμίξαν οι μέλλοντες με τα παρελθόντα
χώρεσαν σε παρόν άτολμο μπρος σε πύλες λύτρωσης
κυνηγούσε τις σκιές να συντρίψει εγκλήματα
μα πόση πραγματικότητα να χωρούσε μέσα της;

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Κι Όμως...

πρόσωπα ματωμένα σημαδεύουν
σε άγνωστη γλώσσα δρόμους σκαμμένους
από ρεκλάμες τόσο μουντές με ομοιομορφία
αγέρας θυμωμένος ξερνά ήχους
φερμένους από νερά σπασμένων κρίκων
παραλόγου βασίλειο νεκρών σκλαβωμένων

με τους νεκρούς δεν ήξεραν να μιλούν
περιττή ζωή φιλάργυρες μνήμες
και οι ήττες αμέτρητες παλεύουν ολονυκτίς
σαβανωμένα χαμόγελα πίσω από οδύνες
πόσες εκπλήξεις πόσες υποταγές πόσες επαναλήψεις

φλεγόμενα σωθικά πίσω απ τις αμπάρες
και καμιά πείνα ψυχής δε σώθηκε
δείχνουν τα ματωμένα πρόσωπα
κανένα αναγνωρίσιμο σε κάτοπτρα θρυμματισμένα
δεν είχαν λόγια μόνο κρατούσαν το παράλογο
ζωής μικρής τραυματισμένης
κι όμως την είπαν εχθρική.

Έτσι Απλά....

Υπάρχει διαφορά μεταξύ του ψυχαγωγούμαι
και διασκεδάζω (σκεδάννυμι)...
απλά πρέπει να ξέρουμε τι λέμε.