Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Έξοδος

τυφλός διαβαίνει στης ερήμου τα σπλάχνα
είχε μόλις πεθάνει ο θεός, οι νεκροί εξεγέρθησαν
βογγούσε ο άνεμος ξερνώντας φωτιά
οιμωγές έπνιξαν τον τρομαγμένο χώρο
κράτησε την καρδιά του την φαγωμένη
και με απορία σκάλιζε τα βουλιαγμένα σωθικά του
έτσι κατάπληκτος με ρημαγμένους ήχους
σε δρόμους σπαρμένους μαχαίρια κοφτερά, αδιάβατους
σύρθηκε εγκαταλείποντας ξεπερασμένη πίστη
κι ύστερα στάθηκε πνιγμένος σε προσμονή
μόνο που δεν ήξερε τι το προσμενόμενο
παγωνιά διαπέρασε τα χείλη του και η αγωνία...
δεν είχε μνήμη πως τυφλώθηκε ,δεν είχε
κύματα παρελθόντος τον έλουσαν
κι οι νεκροί ζύγωναν μόνο που δεν αισθάνθηκε
παρά την προσμονή να γιγαντώνεται
καθώς ράγιζαν σιγανά  τα σπλάχνα της ερήμου
άσαρκα κορμιά τον έσυραν δεν ξέρει από που
και τον λευτέρωσαν με ψιθύρους ακατάληπτους
που ολοένα δυνάμωναν τόσο που τρόμαξε
τον έσπρωξαν. τον πρόσταξαν, τρέχα -έλεγαν-
εκεί στην γραμμή των οριζόντων
οι άλλοι θα πνιγούν στο αίμα
άξαφνα είχε φτερά
με πόσο τρόμο δέχθηκε την ομορφιά
κανένα αίσθημα υποχρέωσης μόνο
ναι! μόνο το υπάρχω τον έντυσε
είχε αρχίσει να ακούει εκ βαθέων τους νεκρούς.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Εβδόμη...

ερίζουν οι έξι μέρες κι ολομόναχες διαβαίνουν
η εβδόμη αιωρούμενη περιγελούσε τις ώρες
αδημιούργητη, άσαρκη, ανηφορίζει τυφλωμένη
σκότη δαιμόνων κυοφορεί σε άπλαστο σώμα
με των αιώνων τη γεύση συσσωρευμένη
ξεσχίζει τα σημεία να χωρέσει τη λήξη κάθε ομορφιάς
παραδόθηκε ο Καιρός  ο ερημίτης, σε αλαζονείες ζωής
ειρωνικά διαβήματα περαστικών θανάτων σε τραγούδι
δεν αναδύθηκε ουδέ μια αθωότητα σε έρεβος αγάπης
οι ώρες ματωμένες σκαλώνουν πάνω σε σταυρό
ανιχνεύοντας το ψεύδος πτωμάτων που μυστικά
αγναντεύουν μακρινά λιμάνια άγνωστα
κρυμμένα στη λευκότητα καρφωμένου ουρανού
καιόμενες λέξεις μένουν καλά φυλαγμένες
σε στόματα που δεν ξεσφράγισαν ποτέ
ερίζουν οι έξι μέρες δίχως τη γνώση
ενός  μοιραίου ερχομού.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Δεν Έχω Μνήμες ...

δεν έχω μνήμες στον ακίνητο χρόνο
σημαδεμένα όνειρα μονάχα σαν ζυγιάστηκαν
σε άδειους τόπους λαβωμένους
θρυμματισμένες υποσχέσεις
γέμισαν τα χέρια μου  ανίερες
ματώνω διαρκώς στην άνυδρη πέτρα
ξεθωριασμένες εικόνες απειλούν
με παρουσία ακάλεστη
αναρριχώνται με βιάση
σε μάτια στυλωμένα σε ησυχία νεκρική
θάλασσες ξεχύνονται απ τα χείλη μου
τα σφραγισμένα από αιώνων αρμύρα
δε βρήκα πόλη να ραγίσω το χνάρι μου
ναι ! δε βρήκα και περιφέρομαι
σε νυσταγμένη ερημιά ,αχόρταγον αγέρα
σε πυρωμένο ωκεανό με ξεσχισμένον  ουρανό
λαβωματιές γεμάτον
δεν έχω μνήμες στον ακίνητο χρόνο
και πόσες προκλήσεις με απειλούν καταλαβαίνεις; 

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Αέρινες Σκιές

ανομβρία μηνών κι είχαν στεγνώσει τα πάντα
παντού μιαν αγριάδα άχρωμη
ανασεμιά θανάτου από αναίτιες ώρες
φάνηκαν να καταφθάνουν απ το πουθενά
είχα μόλις φθάσει κοιτούσα και το τελευταίο πετούμενο
με μαδημένα φτερά να αγωνιά να δραπετεύσει στη ζωή
μεθυσμένη φιγούρα μοχθούσε να κρυφτεί στη νύκτα
να σβήσει στο φως του σκότους
λέξεις άπληστες από εικόνα μες σε εικόνα
και τότε την είδα ξαφνικά μες σε σιωπή
είχε αφανίσει τη σκιά της δίχως συνείδηση
λυμένα μαλλιά και στο γυμνό κορμί τα σημάδια των ληστών
ξεσχισμένη λαχτάρα έφευγε απ τα χέρια της
και δαγκωμένο σφιχτά ένα μικρό σύννεφο
άχνιζε μέσα απ τα χείλη της πανικό
έσταζαν λάβα τα μάτια της κι έβαφε την άκρια των οριζόντων
άρχισε να τραγουδά φορώντας παρελθόν στους ήχους της
σιγά,αργά ξεδίπλωσε τα πονεμένα πόδια της
τα πνιγμένα σε αίμα καθώς ζωγράφισε ηδονικά
μια ψυχή που μόλις άνθιζε δειλά κι ύστερα με απαίτηση
έσβηναν τα μάτια της και στο απόλυτο σκότος πια
εμφανίστηκαν αέρινες σπασμένες σκιές
μυρωμένες βροχής παράπονα.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Η Ευδαιμονία Της... Ματαιότητας...

είχαν εισέλθει σε βαθύ χειμώνα
η ομίχλη γονάτιζε κι έσπαζε
με ήχο ανατριχιαστικό σε γης άγονη
αγέρας σιωπηλός συμπαγής αόρατος
ωσάν το φως που διαπερνά σκοτάδια μυστικά
ανάγλυφα λόγια ερήμην αβεβαιοτήτων
τυπώνονταν νυχθημερόν έναντι αντιτίμου τινος
ήταν τότε που οι ώρες σκάλωναν πάνω σε αιτίες
είχεν ορθωθεί η ευδαιμονία της  αγοράς
αγοράς πάσης φύσεως,μα κυρίαρχα αυτή της ματαιότητας
αδιαίρετα ζήση και όνειρα προσδοκίες ανίερες
κρυώνουν δίχως πνοή κι ο χρησμός άγνωστος
όλοι αλληλέγγυοι και η απουσία του έρωτα κραυγαλέα
και βάδιζαν ανίδεοι όλο και πιο βαθιά σ αυτόν τον χειμώνα
που κατέστρεφε δρόμους επιστροφής
και ποιος να νοιάστηκε άρα γε;
έφτιαξαν ομάδες "φιλίες" εξυπηρετικές
παρουσίαζαν  τα τυπωμένα με λόγια επαινετικά
σε κατάμεστες θορυβώδης αίθουσες άλλοτε φανταχτερές
κι άλλοτε επιμελημένης απλότητας
τα θύματα γεμάτα ενθουσιασμό χειροκροτούσαν
κι ύστερα σαν τέλειωναν τα ιεροτελεστικά
ερχόταν η ώρα μιας πικρής αλήθειας
η ώρα της ανταμοιβής, η μοντέρνα επαιτεία
η γεμάτη... "αξιοπρέπεια"...
και το "Εγώ" καλοθρεμμένο εκατέρωθεν,
τόσο που ξεχείλιζε από παντού...
είχαν εισέλθει σε πολύ βαθύ χειμώνα ανήλιαγο
η μούχλα είχε περιβάλλει τα πάντα μα κανείς δεν την αισθάνθηκε
η αποσύνθεση ήταν πολύ βαθιά.