Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Γυμνές Πααστάσεις (διηγήματα ) 1994

Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ

Κάθε βράδυ , γύρναγε στην παραλία και μονολογούσε. Με φωνή βαθειά σειρτή, τα μαλλιά ανάκατα,το πρόσωπο αγριεμένο,ξυπόλητη, ν' αφήνει βαθεία κι αραιά χνάρια ως τα βραχάκια. Με την αγκαλιά γιομάτη, ξυπόλητη πετροβολούσε το νερό κι έβριζε σαν λιμενεργάτης σε ώρα αιχμής.
Δεν είχε χάσει κάποιον στη θάλασσα. Ούτε στο χωριό τους ήταν κανένας ναυτικός.Είχε μόνο σαλεμένο λογικό η Αγγελική,απ' τα πρώτα χρόνια της νιότης της.
Ζούσε στο μεγάλο κίτρινο σπίτι , λίγο πιο πάνω απ το λιμανάκι - έτσι λέγαμε τον όρμο - στον ανηφορικό δρόμο , π' οδηγούσε στην εκκλησία.
Κείνο το καλοκαίρι, ώρες περνούσα θαυμάζοντας την αρχιτεκτονική του σπιτιού, φλέρταρα και την Αγγελική.Στην αρχή από πείσμα ,γιατί μου απαγόρευαν να της μιλώ, ύστερα γιατί είχε μιάν αρχοντιά το στήσιμό της και μιαν ομορφιά παράξενη, αφού το σαλεμένο της μυαλό, άλλαζε την έκφραση του προσώπου , και οι κινήσεις της είχαν εναν συγκρατημό φτιαχτό. Τα σγουρά ξανθά της, σηκωμένα ψηλά, άφηναν λεύτερο τον ψηλό λευκό σβέρκο της , περήφανο να κρατά το πανέμορφο κεφάλι της κι ο χρόνος, τόσο είχε σεβαστεί το πρόσωπό της. Διόλου δε φαίνονταν τα χρόνια που ύπουλα είχαν σκάψει του μυαλού της τους δαιδάλους. Το κορμί της χυμώδες νεανικό, κι ας λέγαν πως ήταν κιόλας στα πενήντα .
Απομεσήμερο και κίνησα για το λιμανάκι.Είχαμε δώσει ραντεβού με τα παιδιά για μπάνιο κι ύστερα βόλτα ως τα βραχάκια τ' αη Γιώργη , κύμα - κύμα.
Το σπίτι μας , ήταν λίγο πιο ψηλά από το κίτρινο σπίτι της Αγγελικής και κατεβαίνοντας , στάθηκα μπρός στημ πόρτα της που ήταν μισάνοικτη.
Η εικόνα του τρελού, όπως την σκιαγραφούν οι έξω , είναι τρομακτική, αποκρουστική . Τίποτα τέτοιο δεν είχα δει στις σχολαστικές εξερευνήσεις που της έκανα απο μακριά.
Ετσι, την φώναξα.
Ηταν μια παρόρμηση της στιγμής, που αμέσως μετάνιωσα, μα ήταν αργά να υποχωρήσω. Είχε ήδη, φανεί στην πόρτα. Η ματιά της , έπεσε πάνω μου μ' ένα βλέμμα βαρύ, με ζύγιασε για κάμποσο δίχως ν' ανοίξει το στόμα της καθόλου.
Είχα αρχίσει να αναθεματίζω τις βιαστικές μου ενέργειες, αλλά διόλου δεν άφηνα να εκδηλωθεί στο πρόσωπό μου τιποτ' άλλο , απο ένα χαμόγεκο πλατύ, που πρόδινε εμπιστοσύνη, και σιγά - σιγά χαλάρωσα ολότελα.
Ετσι αγαπηθήκαμε η Αγγελική κι εγώ. Συναντιόμασταν, καθημερινά. Περνούσαμε το χαώδες σπίτι της , και καθόμασταν στο κάτω μπαλκόνi π' αγνάντευε το γιαλό. Εμαθα να ονειρεύομαι στο δικο της κόσμο. Ωρες ατέλεωτες δίπλα της και μετά αντίκρα της. Ωσπου κρατούσα το σκοπό της μουσικής, τις ώρες που μόνος σεριανούσα δώθε - κείθε , στο κύμα δίπλα ή στα περβόλια με τις χαρουπιές.
Η θεία Αγγελική - έτσι μ' έμαθε να τη λέω - είχε ένα ατέλειωτο παραμύθι στα μάτια της , και πάμπολλα κατοικίδια στις κάμαρες του σπιτιού της.
Τα εξαίσια γαλλικά της τα εξασκούσε με τα σκυλιά και τις γάτες της κάθε πρωί. Μα θύμωνε γιατί κανένα τους δεν άκουγε τα αγγλικά και τα γερμανικά της. Είχε μεγάλη μόρφωση και για τον καιρό μας ακόμα, καθώς ώρες ατέλειωτες σκυμένη στα βιβλία , ζούσε ακέραια την παρανοϊκότητα των εποχών.
Ενα δειλινό, κατετεβήκαμε στο γιαλό. Δε μιλούσε καθόλου. Υστερα ξαφνικά, άρχισε πάλι να πετροβολά τη θάλασσα . Ξαφνιάστηκα, φοβήθηκα. Ηταν η πρώτη φορά απο τότε που είχαμε γίνει αχώριστοι που ξέσπαγε. Ο νους μου σκοτείνιασε και τα μάτια θόλωσαν απ το φόβο.
Εσκυψα το κεφάλι, μη δει την ταραχή μου τούτη.
Μα έβριζε, έβριζε με όλο και πιο φοβερές λέξεις τη στεριά που φοβόταν τη θάλασσα. Εβριζε τα βράχια που δε μπόραγαν να πνίξουν το νερό, να χαθεί για πάντα τούτο το απέραντο, το λεύτερο που ξανοιγόταν μπρός της και της θύμιζε την αιχμαλωσία της.
Σκοτείνιασε για τα καλά, κι όμως δεν έλεγα να φύγω. Τα πυροφάνια μ' είχαν πάρει μαζί τους, και για τούτο αναπήδησα, σαν τα χέρια της Αγγελικής μ' άδραξαν απ' τους ώμους.
- Μ' έφερε δασκάλους, μ' άνοιξε δρόμους και σαν θέλησα να τους διαβώ με κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο. Τι θαρρείς; Η μάννα μου είχε πεθάνει δυό χρόνια πριν. Κανέναν δεν εέιχα. Οταν εκείνος πέθανε, μ' άνοιξαν οι γείτονες και βγήκα. Μα είχα φτιάξει το δικό μου κόσμο πια.Είχα σαν τυφλοπόντικας σκαλίσει τη γης και βγήκα σ' άλλες πόλεις. Τι θαρρείς, δε ταξίδεψα; Παντού πήγα. Τ' αχνάρια μου , είναι στα χιλιάδες βιβλία που σεριανούν τη νύκτα στο σπίτι. Κουράστηκα πια!
Μ ' άφησε ξαφνικά όπως με είχε αδράξει και κίνησε πίσω , μονάχη για το κίτρινο σπίτι της.
Δεν τολμούσα ν' ανοίξω το στόμα να της μιλήσω. Κάτι είχε σπάσει μέσα μου, μέσα της, αυτό που μας έδενε, δεν ξέρω. Στην πόρτα της μπροστά, στάθηκα,όρθωσα το κορμί και καληνύκτισα.
-Μην ξανάρθεις. Θα σε τσακίσω είπε, κι αμπαρώθηκε πίσω απ την τεράστια αυλόπορτα του σπιτιού της.
   Μάταια τη ζήτησα όλο το επόμενο καλοκαίρι. Δεν την είδα πουθενά . Κι όταν την πόρτα της κτύπησα τ' αλυχτίσματα των σκυλιών της μ' απάντησαν μόνο.
Δυό καλοκαίρια δεν πήγα στο χωριό. Το περσινό, με το που πάτησα το πόδι μου, εκείνη αναζήτησα.
Μου 'παν πως με περίμενε ως το θάνατο που τη βρήκε απο αρρώστια βαριά. Με περίμενε.....
Ξεψύχησε, ψάχνοντάς με αναζητώντας με ακόμα.

Ματωμένα Δευτερόλεπτα - δευτερόλεπτο 17

με τους νεκρούς μιλούσα 
κι ούτε ένας δεν είχε λησμονήσει 
γεύσεις σιωπών μιας βροχής που 
κατρακυλά ακόμη μέσα τους 
για να μη λαθεύουν 
στην αναζήτηση των καταβολών τους ...
λοξεύουν εκείνη τη μυστική Ζωή
που μόνο κεκαθαρμένοι απαντούν..
και το ανεξακρίβωτο 
μιας αμίλητης αλήθειας  σαν ματώνει 
αγέρα που πνίγηκε  σε ελαφρότητα

με τους νεκρούς συχνά μιλώ 
έτσι τυλιγμένοι σε βροχή σαν ταξιδεύουν
πίσω απ τα σκαμμένα μάτια τους 
θρονιάζεται στο λόγο τους ψυχή αναμμένη 
Φανός σε Νύκτα αλήτισσα
στην προκυμαία του κόσμου
και μιαν αγριεμένη θάλασσα 
ξεφτίζει τις σάρκες μου 
κι ας ισχυρίζεται το Σύμπαν
πως τίποτα δεν  θα μεταβάλλει

Ματωμένα Δευτερόλεπτα - δευτερόλεπτο 16

κληρονόμησα σιωπές αδήλωτων θανάτων
αλήτισσα ομίχλη διαπερνά φωνήεντα
σαν θρόιζαν να στεγνώσουν αγγίγματα
στεναγμών λαίμαργων διεκδικώντας πέρασμα

γη χορτασμένη σάρκες θρηνεί αποχωρισμούς
κι εγώ με πληγές μεγάλες ξέφυγα εκείνη τη νύκτα
απ' την αρπάγη του Μάταιου και του Τίποτα
αναζητώ στο Μηδέν σχήμα Απείρου και θεός δε βρέθηκε

αποκάλυψη πρώτη σε ερχόμενα οι πτυχές στην εννάτη
ασταμάτητα παραβιάζεται κι αναρριχάται  η ενδεκάτη
κι ένα παιδί καρποφορεί χαμόγελο σε ασχημάτιστο κόσμο
μικρές ανασεμιές σφαλίζουν παραθυρόφυλλα δυό κόσμων

Ιερός Έρωτας συνένοχος δεν έγινε σε τραυματισμένο αιώνα
εξέρχομαι απ' του θεού το στέρνο ματωμένη από μνήμες μέλλοντος
συνθέτω αλληλεγγύη ακυβέρνητων δακρύων να γίνει  πόνος αναίμακτος
αδημονούντα δευτερόλεπτα αποκαθηλώνουν ώρες ανάρμοστες .




Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Ηχος Διάπυρος Μιάς Γλώσσας Αγέννητης




  1. Της Πέτρας και του Έρωτα
    [απόσπασμα]

    "Ηχος διάπυρος μιάς γλώσσας αγέννητης "

    Το Τέλος

    Στης αστραπής τη λάμψη φυλακίστηκα .Μεθώ στου αιωνίου πετάγματος το φωτεινό ταξίδι. Ανασαίνω πικρή αρμύρα ,ανορθώνω τα χέρια, αγγίζω της Αύρας το πρόσωπο.
    Εκείνη αποστρέφει το βλέμμα στη θέα του Αύσωνα.
    Δεν κατανοώ, παρά τη χάρη μιάς μοναδικής κατάβασης στο Ιερό Άβατο της Μαγείας .Μιάς Μαγείας, που κάποτε δεν είναι κατανοητή, αλλά είναι η ουσία αυτής καθ΄αυτής της ζωής .
    Στου Ταινάρου τους αδιάβατους δρόμους , ανεμπόδιστη η πορεία από χάρη των Θεών.
    Βαθειά που είναι τα σπήλαια ! ....
    Και κατέρχομαι μαζί σου, σε τούτο το ταξίδι των μυστηρίων ... στου μεγίστου πόνου
    την ιαχή θα τυλιχθούμε .
    Εκεί που το Έρεβος με το Φως ανταμώνουν σε χορό αρμονικό, θα διαβούμε .
    Στάζει άνοιξη στην αγκαλιά σου Αύσωνα, μα εσύ σιωπαίνεις .
    Από τις φτερούγες του Έρωτα , δρέψε μονάχα μια ελπίδα μικρή και χάρισέ την μου.
    Είναι ώριμος ο κίνδυνος πιά .
    Ανθίζουν στις άκρες των χειλιών του , μύρια μυδιάματα .
    Το όνομά μου στα χείλη του, καίει τ' ουρανού τη θλίψη.
    Αλκυνόη , ψιθυρίζει και του ορίζοντα τα τείχη συνθλίφθηκαν.
    Φάνηκαν μέσα στη θάλασσα τα χρυσά περγαμόντα. Μικροί υάκινθοι, έτρεμαν κάτω απο του φωτός το χάδι.
    Και τα όστρακα ... αχ! αυτά τα όστρακα, που κρατούν στην καρδιά τους , την λαχτάρα του Αρχάγγελου.
    Θεέ του Παντός και του Τίποτα , μίλησέ μου. Εγώ, η Αλκυνόη, σου το ζητώ, που με έπλασες στο χθές και το αύριο στο τώρα και το ποτέ .
    Ο Πλάστης μου δεν αποκρίθηκε .
    Σκύβει για να θωρώ μες στην αγκάλη του.Λαβωμένα τα τέσσερα κατάρτια απο του πόνου του την ηχώ.
    Το δάκρυ του καυτό, άνοιξε στα δυό του σύμπαντος το κορμί και το αίμα αχνίζει πικρό, ολόζεστο.
    Στο αίμα τούτο βυθομετρώ τον ήχο.
    Τον ήχο ενός πόνου που δεν έχει έλεος .
    Τώρα γνωρίζω.Κοιτάζω τα άδεια χέρια μου και θυμάμαι.
    Θυμάμαι πως έχασα τη ζωή μου στην καυτή πέτρα.
    Κάτω απο επιθυμίες ιερές , παραδώθηκα στη σμίλη του μέλλοντος .
    Ατενίζω τη λαβωμένη φωνή της θάλασσας και πνίγω τους ήλιους στο σκισμένο της στέρνο .
    Ανυπέρβλητα τα εμπόδια του πάθους .
    Ενός Πάθους γιγαντιαίου, για το χτίσημο μιάς και μόνης αλήθειας .
    Ω! Αύσωνα , απάντησέ μου... παρακαλώ.
    Ξέρεις ποιά ειναι η διαφορά , ανάμεσα στην αλήθεια και την πραγματικότητα;
    Στρέφει το βλέμμα του πάνω μου, όλο απορία και μ΄' απαντά :
    Αλκυνόη, αλήθεια και πραγματικότητα , είναι το ίδιο ακριβώς .
    Ρουφώ το δάκρυ του Θεού μου, να κατακαύσω τις μνήμες, να να σβήσω το πριν μιάς ευτυχίας ποδοπατημένης , ανίερης , ψεύτικης ... ουδε καν ευτυχίας .
    Η αλήθεια , Αύσωνα ,είναι τούτο που νοιώθουμε ,που κατακτούμε με το ανάλαφρο βήμα και το λεύτερο φτερούγισμα της ψυχης .
    Η πραγματικότητα , είναι οτι απομένει στα χέρια που δολοφόνησαν την αλήθεια .
    Η πτώση μας ειναι η πραγματικότητα και η ουσία του βυθίσματός μας , η αλήθεια .
    Λούζω το κορμί μου στο αίμα μου .
    Καλώ τον Αύσωνα να εξαγνίσει τις επιθυμίες, αναζητώντας έκφραση στο πρόσωπο του Πρωτέα .
    Επτά οι πληγές του κορμιού και ο πόνος δε μετριέται.
    Με φυλακίζεις στην ευδαιμονία μιάς επίπλαστης γαλήνης .
    Εσμιξε σύγνεφο και γης .Στιγμές οδυνηρές ,στιγμές δεμένες με την πραγματικότητα κι εγω να λατρεύω την Αλήθεια .
    Αυτή την Αλήθεια, που φωλιάζει στου ανέμου το χέρι, σαν θεριεύει την πύρινη λαίλαπα .
    Εγένετο μην Μαιμακτηριών και ημέρα η έκτη.
    Η θέρμη του Ήλιου, βυθίζεται στα σπλάχνα τα άσπιλα μιας καταπράσινης θάλασσας .
    Σκοτώνω τα όνειρα που είναι ψεγάδι του νου, να διαβώ στο όραμα μιάς φύσης ανωτέρας .
    Αιμοράγισε ο Λόγος απο την ευήθεια του ψεύδους σου, Αύσωνα .
    Ο τρόμος γεννιέται ορμητικά, ρα-ί-ζει του μύθου η θέληση.
    Των υδάτων η ρευστότητα κρύφθηκε .
    Παγωνιά ξεχύνεται απο τις φτερούγες των γλάρων.
    Δραπέτης κατέρχεσαι , περιγελώντας , την διστακτικότητά μου .
    Η προδοσία σου επιτελείται και στα δυο επίπεδα της φύσης .
    Με παραδίδεις , στου αιωνίου εσώτερου θανάτου, τα χέρια .
    Δεν έχει ιερότητα τούτη η κόλαση , που μ' αποδιώχνει στον βασανιστικότερο ήχο του παραδείσου. Ενός παραδείσου , που η φωτιά κι ο αγέρας αποθέτουν την καρδιά των ασφόδελων, στου κορμιού μου τις επτά πληγές .
    Πυκνή ομίχλη. Δεν έχω δυνατότητα ν' ανασάνω . Παγωνιά κρυμένη σε χάδι .
    Αέρινη φιγούρα με τυλίγει απαλά, την ώρα που κινδυνεύει να αφανιστεί και η τελευταία δυνατότητα να σε εμπιστευτώ.
    Η Στύγα, κόρη του Ωκεανού, μου ψιθυρίζει λόγια παρήγορα .
    Μα δε νοιώθω, παρά μονάχα τους πόνους , απο το βασανιστικό παιγχνίδι σου Αύσωνα .
    Σιγά, αργά, τούτος ο θεσπέσιος και μυστικός κόισμος , σβήνει για σένα , πάνω στην ψευδαισθησία των αισθημάτων σου, της θέλησής σου.
    Ζητώ απ τους θεούς , που κραδαίνουν βαρια τιμωρία , να μη σ αγγίξουν. Κι ας νομίζεις πως μονάχος σεσωσμένος διαβαίνεις τις πύλες τις μυστικές.
    Έμεινα μονάχη. Πάλι. Ασυντρόφευτη για πάντα ίσως .
    Και τότε..........
    Άνοιξε του Φωτός το στέρνο, εξήλθεν ύδωρ και αίμα.
    Εφάνη ο ΕΙς , έχοντας φωτιά στα χέρια , και ....
    Είπε :
    Όταν εισέλθεις στου πόνου σου τα σπήλαια, άγγιζε τις πληγές και θ' ανθίζει ελπίδα.
    Αποκρίθηκα :
    Άλλο πιο κάτω αν διαβώ, η παγωνιά με θανατώνει και τα μέλη είναι άπνοα.
    Και είπε :
    Το βλέμμα του ήχου είναι διάπυρο. Άντλησε του μύθου την ψυχή κι ύστερα...Ύστερα πέταξε πάνω στου αίματός σου το διάβα, οτι σέπεται .
    Αποκρίθηκα :
    Δεν έχω όραση, δεν έχω επιθυμίες . Δεν έχω Γνώση, παρά της Ερήμου...
    Και είπε :
    Πλανάσαι.
    Και εγένετο ημέρα η έκτη , μηνός απόντος και έτους αγνώστου.
    Με το φόβο στο νου και τους πόνους στις σάρκες.
    Αργοσβήνει η ζωή... η ανάσα φώλιασε στης φωτιάς το τραγούδι, ύστερα σιωπή.
    Συμφιλιωμένος με τούτη, χρόνια τώρα , αναπαύθηκα .
    Η μοναξιά γιγάντωνε, εγώ σμίκραινα ολοένα και περισσότερο. Ο φόβος κυρίαρχος, μάχεται την ώριμη επιθυμία να χαρίσω τα πάντα... όλα τούτα που δε χωρούν πια μέσα μου , ξεχειλίζουν και χύνονται στης Ερήμου το ολόλευκο πρόσωπο.
    Ύστερα φώναξα Εκείνον που με γέννησε .
    Ηλθε ξανά με φωτιά, νερό κι αγέρα ..Εσυρε τη γη μακριά , μ' ελευθέρωσε , και...
    Είπε :
    Να κοιτάξεις μακριά με ότι σου έδωσα .
    Εσφάλισα τους οφθαλμούς .Άνοιξε του μετώπου η όραση, άδειασε ο νούς . Γεννήθηκε ήχος μέγας .
    Σκότος, γεύση πικρή τρόμος .
    Ω! Εσύ που με γέννησες , μείνε σιμά μου. Είμαι τρομοκρατημένος , κρυώνω αγνοώ.
    Και είπε :
    Έξελθε της Ερήμου, μόνος .Εγω σε καλώ. Μη γονατίσεις , μη φωνάξεις ,παρα στον ήχο μιας μουσικής άγνωστης . Φθαρτός εσυ που δεν πόνεσες . Νεκρός , όποιος δε μ' άγγιξε.Έλα δίχως τον τρόμο, μονάχα με της προσδοκίας το χαμόγελο.
    Κίνησα .
    Η Έρημος με κατέκαυσε, η παγωνιά της με διαμέλησε . Θωρώ μια λάμψη ... βιάζομαι να εισέλθω.
    Κατέρχομαι ανερχόμενος .
    Είναι τέτοια η οδύνη των πόνων, που η φωνή αφανίστηκε στης απόγνωσης το χέρι .
    Οι σάρκες μου, κομμάτια διάσπαρτα .Το αίμα αχνίζει ...ποταμός που η ροή του με τρελαίνει .
    Τερατόμορφα όντα ξεσχίζουν τη Σκέψη , αχριστεύουν το αθώο μου κοίταγμα. Οι φωνές τους που με περιγελούν, διασκορπούν την ελπίδα. Δεν έχω αέρα, ακόμη.Τα πνευμόνια πονούν .
    Κατέρχομαι ανερχόμενος .
    Βλέπω του μίσους το πρόσωπο. Αποστρεφω το βλέμμα . Βοήθεια!!... Μα η φωνη... Φωνή δεν έχω... ο τρόμος πνίγει την έκκληση.
    Απλώνω το χέρι, να σταματήσω της φρίκης το ράπισμα . Μα το χέρι μου είναι αποσαρκωμένο, άδειο κι αδύναμο .
    Κατέρχομαι ανερχόμενος .
    Είδα το άδειο σου πρόσωπο, να καθρεφτιζει το τίποτα της ψυχής . Εχασα τις αισθήσεις να φυγει ο τρόμος .
    Παραδίδω την εύθραυστη μνήμη σ Αυτόν που με γέννησε . Τον ρωτώ με αγωνία , γιατι οι πόνοι με θανατώνουν αργά-αργά;
    Και είπε:
    Δε μ αγάπησες
    Αποκρίθηκα :
    Δεν αναγνωρίζω τη σημασία των λόγων σου . Είναι στοιχεία άγνωστα που με παιδεύουν
    Και είπε:
    Ψεύδεσαι.
    Αποκριθηκα :
    Ναι γιατι στην τόσο μακρά και μικρή ζωή μου , μονάχα τον Αύσωνα αγάπησα, κι αυτός δεν ένοιωσε αχ! καρδιά μου , άλλο απο ένα τίποτα .
    Πνιγμένος στου πόνου το δάκρυ, κατέρχομαι ανερχόμενος . Τα πήλαια απύθμενα . Το Φως Του αχνό, η παγωνιά μου αφάνταστη.
    Και οι δυό Έρημοι , να με σφυροκοπούν εκατέρωθεν .

    1996

Ματωμένα Δευτερόλεπτα -δευτερόλεπτο 15

ούτε μια μνήμη δεν αφουγκράστηκες
αλήτισσα λήθη με τη λεπίδα σχίζεις
βεβαιότητα που θέλησε να δραπετεύσει
σε μιαν απάθεια που τρέμει και γκρεμίζεται
δεν έχει ο χρόνος προσφορά
πρωτεύουσας ανάγκης βήματα πνίγονται

τι κι αν στερέωσα τις λέξεις μου πάνω στη φυγή σου
ανάμεσα στις δυό ερήμους αδιαπέραστα σύνορα
κι αφομοιώθηκα στο μαγικό κενό του έρωτα
αποτύπωμα της ανάγκης να μετεμψυχώνομαι
ραγίζει ο Αύγουστος κι εγώ να κλέβω ήχους
από πρωτόγεννες θάλασσες γεμάτη αδεξιότητα

γυμνή η ψυχή σε ναυάγια δακρύων με ξάρτια σπασμένα
σαν την κουρσεύει ο άνεμος μονάχα με το βλέμμα
κι εκείνη ανένδοτη με ακραία λογική
απόσταγμα αγάπης φυτεύει
στους πρόποδες του πρώτου άβαφου ουρανού

στάλαξε δάκρυ αιμάτινο μέσα σε φούχτες διάτρητες
και κοινωνούσα θάνατο άγνωστων επιθυμιών
ούτε μ' ένα όνειρο δεν είχαν δύναμη
οι ήχοι να ζυγίσουν αξόδιαστους πόθους
ένας αλλόκοτος θεός δίχως έναν απόγονο
ξεπήδησε μέσα απο λέξη που δάγκωσα με λύσσα
γονάτισε έπλασε κι ένωσε παρόν με παρελθόν
κι ύστερα με ταξίδεψε σε συνοψισμένο σύμπαν.

Ματωμένα Δευτερόπεπτα -Δευτερόλεπτο 14

μάτωσε η σκιά μου κι έσβησε σε αβεβαιότητες
δε με περίμεναν σιωπές που αγαπήθηκαν
λησμόνησα μια δυστυχία αφού υπήρχε πιότερη ζωή
διακρίνω μια παγωνιά που έπραξα σε υπονοούμενα
αβέβαιος χρόνος μικρόψυχες ώρες κλειδωμένα σε περίσκεψη

ραγίζει η Πέτρα σμίγει η βροχή με τα μέσα μου
σκοντάφτει ανάσα με παρασέρνει σαν καλυμμένη από φως
με καταδίκασαν σε γύμνια ατέλειωτη ν αδειάζω το αίμα μου
θρυμματισμένοι θάνατοι ξεπλένουν αμαρτία σε χαμηλή τροχιά
κανείς δε με περίμενε κι όλο λιγόστευε το πρόσωπο του κόσμου

φαγωμένα βήματα αρμονίζονται πάνω σε λάμα μαχαιριού
παντάνασσα μοναξιά ακάλεστη βουλιάζει σ ανέγγιχτα νερά
φωτιά σε αστραπή αιωρούμενη σ άχραντο σώμα έρπεται
πόσες χαράδρες ο ουρανός σε πόνο μοιρασμένες
ολέθρια απάρνηση στα αμετακίνητα την ώρα που ο θεός
προκάλεσε και ζύγιασε μικρή ελευθερία

της κόλασης κραυγή με εξουσίασε μα δροσερά τα σ αγαπώ
ελπίδα αθώα που ειν η αγάπη σου θέλω να το φωνάξω δυνατά
χαμένοι οδοιπόροι και πόσο πονέσαμε αγγίζοντας αλήθειες
γκρεμίζοντας ανέμους και πόσο μας βάραινε ένας παράδεισος
ένας παράδεισος άγνωστος φτιαγμένος από νέα αρχή .

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ματωμένα Δευτερόλεπτα - δευτερόλεπτο 13

δεν εξήλθα ...
γιατι δε μ' έφθανε ο ήχος σου ...
δεν ειχα ανάσα...
την ήπιε το φιλί σου...
ράγισα κι έσπασα
μέσα στις δικές σου λέξεις....
μα ταξιδεύω σ έναν ξένο παράδεισο
για να σου δώσω ζωή...
με συντρίβουν ξένοι ήχοι
κι έτσι σπασμένη τους προσπερνώ ...
να μείνει άφθαρτη η δική σου πνοή...
του πλάστη μου το δάκρυ ...
πόσο πολύ φοβάμαι ν αγγίξω...
δεν πρέπει δε θέλω εκεί να λουστώ....
ουδε τη λύτρωση θέλω....
δεν ξέρω τι θέλω,
αφου δε μου έδειξες τι μπορώ...
μάθε όμως
οτι σ αυτό το ταξίδι
μόνη πεθαίνω
την ώρα που ζωή γεννώ...
αυτη τη ζωή σου προσφέρω
άλλο πιά δεν έχω
μονάχα αυτό....
ένα
μονάχα ένα απο σένα ζητώ....
μη σβήνεις τα ίχνη ...
είναι πυκνά τα σκοτάδια ...
δεν έχω όραση ...
θα χαθώ....
εξαγνισμό κι άλλον γυρεύω
να μπορέσω να ενώσω τα κομμάτια μου
κι έτσι....
λεύτερα πιό σωστά να σ αγαπώ....
ματωμένα είναι τούτα τα δευτερόλεπτα
μη φοβάσαι,
έμαθα να τα διαβαίνω εδώ και καιρό....