Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019
Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019
Δίχρονα
Τον πλήγωναν πάντα
εκείνα τα δίχρονα φωνήεντα
χάραζαν στη σάρκα του ματωμένα στίγματα
χανόταν σε πυκνό δάσος κι αγνάντευε
απ το ξέφωτο μικρές παλίρροιες
από θάλασσα πηκτή σαν την νύκτα
στα χέρια του τα ραγισμένα
κρατούσε φυσαρμόνικα την έφερνε στα χείλη
φυσούσε όνειρα κι εκείνα
έφευγαν πάντα πάνω απ τις φυλλωσιές
και μπλέκονταν με ερωτευμένα φεγγάρια
την μουσική δεν την άκουσε ποτέ
την ρουφούσαν οι πόροι της σάρκας του
έσπαζε σε μυριάδες μόρια και παλλόταν
από την εσωτερική εκείνη δόνηση
που καταγράφει τα μυστήρια
αγκαλιάς μεθυσμένου αγέρα
κάθε νυχτιά χαμένος σε δάση δύσβατα
με το πρώτο φως της μέρας
δίπλα στα βράχια να ξεπλένει
όλα τα σημάδια από μικρά αγάλματα
που δεν συνεννοήθηκαν κι ούτε απαντήθηκαν
με τα μοναχικά καλοκαίρια
πόσο τον πονούσαν εκείνα τα δίχρονα φωνήεντα
κι ας έγερνε κάτω από περισπωμένη....
εκείνα τα δίχρονα φωνήεντα
χάραζαν στη σάρκα του ματωμένα στίγματα
χανόταν σε πυκνό δάσος κι αγνάντευε
απ το ξέφωτο μικρές παλίρροιες
από θάλασσα πηκτή σαν την νύκτα
στα χέρια του τα ραγισμένα
κρατούσε φυσαρμόνικα την έφερνε στα χείλη
φυσούσε όνειρα κι εκείνα
έφευγαν πάντα πάνω απ τις φυλλωσιές
και μπλέκονταν με ερωτευμένα φεγγάρια
την μουσική δεν την άκουσε ποτέ
την ρουφούσαν οι πόροι της σάρκας του
έσπαζε σε μυριάδες μόρια και παλλόταν
από την εσωτερική εκείνη δόνηση
που καταγράφει τα μυστήρια
αγκαλιάς μεθυσμένου αγέρα
κάθε νυχτιά χαμένος σε δάση δύσβατα
με το πρώτο φως της μέρας
δίπλα στα βράχια να ξεπλένει
όλα τα σημάδια από μικρά αγάλματα
που δεν συνεννοήθηκαν κι ούτε απαντήθηκαν
με τα μοναχικά καλοκαίρια
πόσο τον πονούσαν εκείνα τα δίχρονα φωνήεντα
κι ας έγερνε κάτω από περισπωμένη....
Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019
Απ τη Γέννηση ως το Έγινα ....
Από τη Γέννηση ως το Έγινα χάος
Εισχώρησαν στους πόρους μου φόβοι,
αμφιβολίες, εικόνες , πρέπει άπρεπα
ρουφούσαν την πνοή μου
αντάριαζε το αίμα μου
κι έγινα αμφισβήτηση ,
άρνηση
ήλθε ο Κάλβος και είπε
Αρετή και Τόλμη θέλει η Ελευθερία
γιατί τούτη πτέρωσε τον Ίκαρο
και άδειαζα ολοένα άδειαζα
αναζητώντας του στίγματός μου
πορεία πρωτόγεννη βαριά ωσάν την Τόλμη
λεύτερος να γινώ από απολευτερομένος
κύλησαν αιώνες με τα χέρια στεγνά
τη ματιά εκπαιδευμένη να μην κοιτά
να παρατηρεί το μέγα θαύμα
των μικρών
ιερών στιγμών που με διαγράφουν
δεν ξέρω αν έχω όνομα πια
η μορφή μιας ζωής με χάραξε
η φωνή μου έσβησε μες σε θανάτους πρόωρους
κατοικώ σε πυρακτωμένη θάλασσα
οι έκπτωτοι των νερών
άγαλμα έστησαν στο μηδέν να προσκυνούν
τους καταπίνει το χάος των ευτελών
καθημερινών δακρύων
γι αυτό σου λέω
απ τη Γέννηση ως το Έγινα χάος ....
Εισχώρησαν στους πόρους μου φόβοι,
αμφιβολίες, εικόνες , πρέπει άπρεπα
ρουφούσαν την πνοή μου
αντάριαζε το αίμα μου
κι έγινα αμφισβήτηση ,
άρνηση
ήλθε ο Κάλβος και είπε
Αρετή και Τόλμη θέλει η Ελευθερία
γιατί τούτη πτέρωσε τον Ίκαρο
και άδειαζα ολοένα άδειαζα
αναζητώντας του στίγματός μου
πορεία πρωτόγεννη βαριά ωσάν την Τόλμη
λεύτερος να γινώ από απολευτερομένος
κύλησαν αιώνες με τα χέρια στεγνά
τη ματιά εκπαιδευμένη να μην κοιτά
να παρατηρεί το μέγα θαύμα
των μικρών
ιερών στιγμών που με διαγράφουν
δεν ξέρω αν έχω όνομα πια
η μορφή μιας ζωής με χάραξε
η φωνή μου έσβησε μες σε θανάτους πρόωρους
κατοικώ σε πυρακτωμένη θάλασσα
οι έκπτωτοι των νερών
άγαλμα έστησαν στο μηδέν να προσκυνούν
τους καταπίνει το χάος των ευτελών
καθημερινών δακρύων
γι αυτό σου λέω
απ τη Γέννηση ως το Έγινα χάος ....
Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019
Αγκαλιάζω Μεσάνυκτα
Άπειρος χώρα γητεύει σκιές
χαμένες περιπέτειες νίκες δόλιες
στοιχειωμένα λόγια και η άγνοια που θέριεψε
φονεύει όνειρα χλευάζει μνήμες
αποκηρυγμένες προσπάθειες θυμάτων διαφυγής
δεν γνώρισα του φόβου το ρίγος
αγκομαχώντας ανεβαίνω ξανά και ξανά
στο μεγάλο σταυρό δίχως παράπονο
η ανταμοιβή μου σε κόντρα δρόμους
σαν επέλεξα εξ αρχής
ασυμβίβαστος πορεία
αδιαφορώ για τους παραλογισμούς
σαν ναρκοθετούν καταιγίδες που κουβαλούν
ανάσα θλίψης αληθειών κατακρεουργημένων
καμιά αθώωση σε μέλλοντα που το χνώτο του
μυρίζει αποσύνθεση
ο σταυρός μου καμωμένος από πέτρα και κεραυνό
πίνει τα δάκρυά μου κατακαίει τα νερά
κι ανθίζει τις μικρές νύκτες
που αγκαλιάζω τα μεσάνυκτα
κοιτάζοντας με λαχτάρα μέσα απ το φως ανέμου
καθώς η αυλαία σηκώνεται
η αποκάλυψη ημερεύει ορίζοντες
και το κλειδί Ναι! το κλειδί
μυστικών περασμάτων λύτρωσης.
Ακολουθώ...
χαμένες περιπέτειες νίκες δόλιες
στοιχειωμένα λόγια και η άγνοια που θέριεψε
φονεύει όνειρα χλευάζει μνήμες
αποκηρυγμένες προσπάθειες θυμάτων διαφυγής
δεν γνώρισα του φόβου το ρίγος
αγκομαχώντας ανεβαίνω ξανά και ξανά
στο μεγάλο σταυρό δίχως παράπονο
η ανταμοιβή μου σε κόντρα δρόμους
σαν επέλεξα εξ αρχής
ασυμβίβαστος πορεία
αδιαφορώ για τους παραλογισμούς
σαν ναρκοθετούν καταιγίδες που κουβαλούν
ανάσα θλίψης αληθειών κατακρεουργημένων
καμιά αθώωση σε μέλλοντα που το χνώτο του
μυρίζει αποσύνθεση
ο σταυρός μου καμωμένος από πέτρα και κεραυνό
πίνει τα δάκρυά μου κατακαίει τα νερά
κι ανθίζει τις μικρές νύκτες
που αγκαλιάζω τα μεσάνυκτα
κοιτάζοντας με λαχτάρα μέσα απ το φως ανέμου
καθώς η αυλαία σηκώνεται
η αποκάλυψη ημερεύει ορίζοντες
και το κλειδί Ναι! το κλειδί
μυστικών περασμάτων λύτρωσης.
Ακολουθώ...
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019
Ακολουθώ...
΄Ωρες βαριά διοικούμενες, θεραπαινίδες του Φαέθωντα
στασίασαν
κάλεσε η Θαλλώ τις αδελφές της
και κατέβηκαν στα ριζά
ενός κόσμου που αφανιζόταν
σε πληκτική αναζήτηση εφήμερου πόνου
Αναζητούσαν μιαν αίσθηση
πλάσης ιερής σε νέα απόπειρα
να αναγνωρίσουν τα νερά το Πρωτεϊκό είδωλο
ανοίγουν οι λέξεις και ανακρίνονται
έρχονται θάνατοι μα... τις οίδεν ποιος είναι ο αληθινός;
αποσυντέθηκαν οι στεναγμοί οι ήχοι αφανίστηκαν
πνιγμένοι στη μετριότητα κι οι θεοί απόντες
ήθελα να κλάψω γοερά μα τα δάκρυα
οπισθοχωρώντας χύνονταν στης ψυχής τα βάθη
μεγάλη η συμπαιγχνία και η έπαρση
ω! η έπαρση που απέκτησε εμμονή στην λεπτότητα
μιας άγριας φυλής σε μεταγενέστερες αλληγορίες
Ώρες βαριά διοικούμενες με παγωμένη μια σταλαγματιά
απ το δάκρυ μου φυτεμένη στην άκρια των ματιών τους
φωτίζουν δρόμο απάτητο .
Ακολουθώ .....
στασίασαν
κάλεσε η Θαλλώ τις αδελφές της
και κατέβηκαν στα ριζά
ενός κόσμου που αφανιζόταν
σε πληκτική αναζήτηση εφήμερου πόνου
Αναζητούσαν μιαν αίσθηση
πλάσης ιερής σε νέα απόπειρα
να αναγνωρίσουν τα νερά το Πρωτεϊκό είδωλο
ανοίγουν οι λέξεις και ανακρίνονται
έρχονται θάνατοι μα... τις οίδεν ποιος είναι ο αληθινός;
αποσυντέθηκαν οι στεναγμοί οι ήχοι αφανίστηκαν
πνιγμένοι στη μετριότητα κι οι θεοί απόντες
ήθελα να κλάψω γοερά μα τα δάκρυα
οπισθοχωρώντας χύνονταν στης ψυχής τα βάθη
μεγάλη η συμπαιγχνία και η έπαρση
ω! η έπαρση που απέκτησε εμμονή στην λεπτότητα
μιας άγριας φυλής σε μεταγενέστερες αλληγορίες
Ώρες βαριά διοικούμενες με παγωμένη μια σταλαγματιά
απ το δάκρυ μου φυτεμένη στην άκρια των ματιών τους
φωτίζουν δρόμο απάτητο .
Ακολουθώ .....
Πέμπτη 9 Μαΐου 2019
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






